Περί της α-νοησίας τής σκέψης

Για τη νουβέλα «Βαδίζοντας» (1971), του Τόμας Μπέρνχαρντ

Άρθρο, το οποίο δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό fractal, στις 29.3.2023.

Έχω περιπλανηθεί σε όλη τη γη, από τον έναν δάσκαλο στον άλλο. Έμαθα άπειρα πράγματα, έμαθα όχι μόνο από τους δασκάλους, αλλά κι εσωτερικά – πραγματικά πάρα πολλά, αναζητώντας διαρκώς την αλήθεια, μετακινούμενος από το ένα πράγμα στο άλλο. Ξαφνικά, ανακαλύπτω το εξής: ‘Καλύτερα είναι να γυρίσω πίσω’ και όντως, μόλις γυρίζω πίσω, εκεί από όπου ξεκίνησα, ξάφνου, αυτό βρίσκεται ήδη εκεί. Όλο αυτό το ταξίδι που έκανα ήταν άσκοπο.[1]

Ο άνθρωπος είναι τραγικό ον κι η ανθρώπινη ζωή μια μεγάλη τραγωδία, διότι μόνο αυτός απ’ όλα τα υπόλοιπα όντα, είχε την ατυχία να διαθέτει τον μηχανισμό τής σκέψης. Είμαστε ολοκληρωτικά και αμετάκλητα ο μηχανισμός τής σκέψης μας κι αυτό ακριβώς μας καθιστά το πιο τραγικό από όλα τα όντα. Βαδίζουμε, παρατηρούμε, συζητούμε, στοχαζόμαστε και όλα αυτά τα κάνουμε μονίμως αποκλειστικά και μόνο μέσω της σκέψης. Με αποτέλεσμα, ποτέ να μην βαδίζουμε πραγματικά̇ ποτέ να μην παρατηρούμε πραγματικά̇ ούτε ποτέ να συζητάμε ή να στοχαζόμαστε πραγματικά:

Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, και έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ. Έτσι, όπως είναι φυσικό, όταν κοιτάζουμε, δεν βλέπουμε τίποτα, σκεφτόμαστε όμως ταυτόχρονα τα πάντα.[2]

Στη ζωή, απαραίτητη προϋπόθεση για να δεις και να καταλάβεις το οτιδήποτε πραγματικά, είναι να έρθεις σε άμεση επαφή μαζί του, χωρίς την παρεμβολή κανενός παραμορφωτικού φακού και κανενός καθρέφτη. Όμως εμείς, έχουμε τη συνήθεια – πολύ πιθανόν να αποτελεί και απλό αυτοματισμό, γενετικά προσδιορισμένο̇ σε κάθε περίπτωση πάντως, πρόκειται για μεγάλη ατυχία – να παρεμβάλλουμε τον παραμορφωτικό καθρέφτη τής σκέψης, σε κάθε μας επαφή με τον κόσμο: “Δεν κοιτάζουμε ποτέ άμεσα το οτιδήποτε, ποτέ δεν αντικρύζουμε τα πράγματα, όπως ακριβώς είναι. Το μυαλό μας έχει πολλές γνώμες, οι οποίες μας αποτρέπουν από το να κοιτάξουμε τα πράγματα όπως ακριβώς είναι, ως αυτό που πράγματι είναι. Έτσι, το μυαλό κι η καρδιά μας δεν είναι ποτέ άδεια, ώστε να παρατηρήσουν, να κοιτάξουν”.[3] Το αποτέλεσμα είναι ότι, τελικά, δεν είμαστε τίποτε περισσότερο από το σύνολο των εικόνων που συσσωρεύει ασταμάτητα, με τον πιο ανοικτίρμονα τρόπο, η σκέψη μας: “… είμαστε ικανοποιημένοι με αυτό που βλέπουμε, με εκατομμύρια και εκατομμύρια εικόνες η μια πάνω στην άλλη ή κάτω απ’ την άλλη που διαρκώς συγχωνεύονται και υποκαθίστανται μεταξύ τους”.[4]

Όμως αυτό, είναι ένα αποκλειστικά ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Αυτός, είναι πιθανότατα κι ο λόγος τής δυστυχίας, από την οποία μόνο ο άνθρωπος υποφέρει μέσα στη φύση. Διότι η φύση δεν γνωρίζει – και δεν ενδιαφέρεται να γνωρίσει – τι θα πει ανθρώπινη σκέψη:

Διότι όλα όσα γίνονται αντικείμενο σκέψης είναι περιττά. Η φύση δεν χρειάζεται τη σκέψη, λέει ο Όλερ, μόνο η ανθρώπινη υπεροψία σκέφτεται αδιάκοπα τη σκέψη της μέσα στη φύση. Αυτό που πρέπει πέρα για πέρα να μας καταθλίβει είναι το γεγονός πως μέσω αυτού του ξεδιάντροπου στοχασμού μέσα σε μια φύση που είναι, φυσικά, απολύτως άτρωτη έναντι αυτού του στοχασμού βυθιζόμαστε σε μια κατάθλιψη ολοένα μεγαλύτερη από αυτή στην οποία ήδη βρισκόμαστε.[5]

Η φύση περιλαμβάνει τη σκέψη, η σκέψη δεν μπορεί ποτέ να περιλάβει τη φύση. Η σκέψη αποτελεί μία μόνο από τις απειράριθμες εκδηλώσεις τής φύσης και μάλιστα μια ιδιαίτερα ακραία εκδήλωσή της, εφόσον παραδόξως, περιορίζεται στο ασήμαντο φαινόμενο που λέγεται άνθρωπος. Μάλιστα, φύση και σκέψη είναι έννοιες αντιθετικές. Δεδομένου ότι η σκέψη δεν είναι τίποτε άλλο από ένα κολλάζ φανταστικών εικόνων, οι οποίες “διαρκώς συγχωνεύονται και υποκαθίστανται μεταξύ τους”̇ εφόσον λοιπόν η σκέψη είναι απλώς και μόνο ένα απείκασμα της πραγματικότητας και όχι η ίδια η πραγματικότητα, μια αναπαράσταση της πραγματικότητας – και μάλιστα, θλιβερά ελλιπής – και όχι αυτή καθαυτήν η πραγματικότητα, δεν είναι εκ των πραγμάτων και ικανή να μας φέρει ποτέ σε άμεση επαφή με την καθόλα πραγματική φύση:

Και καθώς η φύση δεν είναι δημιούργημα της σκέψης, τότε ποια μπορεί να είναι η σχέση τού ανθρώπου, ο οποίος είναι γεμάτος από σκέψη, γεμάτος από τις εικόνες του, από τα συμπεράσματά του, τους φόβους του, ποια μπορεί να είναι η σχέση μεταξύ της πραγματικότητας και του πράγματος εκείνου που δεν είναι δημιούργημα της σκέψης; Καμιά απολύτως, προφανώς. Σωστά; Μπορεί να μιλάω για τη φύση, μπορεί να μιλάω για την ομορφιά των βουνών και των ποταμών και τα λοιπά, αλλά όσο κανείς είναι κλεισμένος μέσα στον εαυτό του, με τα προβλήματά του, με τις ιδέες του, με τα συμπεράσματά του, με τις ψευδαισθήσεις του και όλα τα συναφή, δεν μπορεί να υπάρξει καμιά απολύτως σχέση.[6]

Παρεμβάλλουμε και προβάλλουμε τη σκέψη μας παντού και στο οτιδήποτε, με αποτέλεσμα να εκχωρούμε διαρκώς την όποια αμεσότητα διαθέτει η ύπαρξή μας σ’ έναν διαμεσολαβητικό παράγοντα, που μόνο στρέβλωση, παραμόρφωση κι αυταπάτη επιφέρει. Έχουμε φτάσει μάλιστα στο ακραίο σημείο να έχουμε ταυτιστεί απολύτως με τη σκέψη μας και πλέον, να αναγνωρίζουμε ως πραγματικότητα μόνο την παραμορφωμένη εικόνα της πραγματικότητας που αυτή μας δίνει:

Όταν φανταζόμαστε ότι βρισκόμαστε σε μια ψυχολογική κατάσταση, οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή, βρισκόμαστε πράγματι σε αυτή την ψυχολογική κατάσταση, το ίδιο συμβαίνει κι όταν φανταζόμαστε ότι είμαστε άρρωστοι, σε οποιαδήποτε κατάσταση δημιουργούμε με τη φαντασία μας. Και δεν επιτρέπουμε να μας ενοχλήσει τίποτα στην κατάσταση που έχουμε δημιουργήσει με τη φαντασία μας, λέω στον Σέρερ, κι επομένως δεν επιτρέπουμε σε τίποτα να ακυρώσει το δημιούργημα της φαντασίας μας, και κυρίως σε τίποτα εξωτερικό.[7]

Thomas Bernhard (1931 – 1989)

Έχουμε αποφασίσει να κλειστούμε στην εικονική πραγματικότητα της σκέψης κι έχουμε εθιστεί τόσο πολύ σ’ αυτήν, που δεν διανοούμαστε καν να την εγκαταλείψουμε και να αντικρύσουμε για πρώτη φορά – μόνοι, εκτεθειμένοι, γυμνοί – την πραγματικότητα, χωρίς τη διαμεσολάβηση των φακών και των κατόπτρων τής σκέψης. Δεν θέλουμε να δεχτούμε το γεγονός, ότι η σκέψη δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ‘λογικό σχήμα των γεγονότων’, σύμφωνα με τη διατύπωση του Βίτγκενσταϊν, του αγαπημένου φιλοσόφου και ήρωα των βιβλίων τού Μπέρνχαρντ, παρότι το γνωρίζουμε, ότι κάθε τέτοιο ‘σχήμα’ – κάθε τέτοια μορφή, είδωλο, αναπαράσταση – μπορεί να “συμφωνεί ή να μην συμφωνεί με την πραγματικότητα̇ να είναι σωστό ή λάθος, αληθινό ή ψευδές. Το σχήμα αναπαριστά αυτό που αναπαριστά, ανεξάρτητα από το αν αυτό είναι αληθές ή ψευδές…”.[8]

Πιστεύουμε, ότι η σκέψη ισοδυναμεί με τη νόηση, όμως στην πραγματικότητα “Αυτό που ονομάζουμε σκέψη δεν έχει βέβαια καμιά απολύτως σχέση με τη νόηση”.[9] Αυτή είναι η αλήθεια. Υπάρχει οπωσδήποτε μια νόηση – ως μακρινή δυνατότητα του ανθρώπινου όντος – η οποία όμως βρίσκεται στον αντίποδα ακριβώς αυτού που τώρα ονομάζουμε σκέψη. Η νόηση αυτή, ναι, είναι αποτέλεσμα και μέρος τής φύσης – η σκέψη όχι. Για την ακρίβεια, ο Κάρερ έχει δίκιο, “όταν λέει πως δεν έχουμε καμιά νόηση, επειδή σκεφτόμαστε, διότι να έχεις νόηση σημαίνει να μη σκέφτεσαι και να μην έχεις λοιπόν καμιά σκέψη”.[10] Η σκέψη αρνείται τη νόηση, δεν την προάγει, ούτε την αναπτύσσει, όπως νομίζουμε:

Η νοημοσύνη δεν είναι προϊόν τής σκέψης. Η σκέψη δεν είναι ποτέ ολιστική. Η σκέψη είναι πάντοτε περιορισμένη, διότι και η γνώση είναι περιορισμένη. Η γνώση, που είναι το αποτέλεσμα της εμπειρίας, η οποία μετατρέπεται σε μνήμη και ούτω καθεξής, όλη αυτή η συσσώρευση γνώσης περιορίζει τη σκέψη, διότι η γνώση δεν είναι ποτέ πλήρης̇ πάντα ενδιαιτάται στη σφαίρα τής άγνοιας. Το πραγματικό ερώτημα είναι το εξής: μπορεί κανείς να πάει πέρα από τη σκέψη;[11]

Η εμπειρία, που μετατρέπεται σε μνήμη, που μετατρέπεται σε γνώση: αυτό είναι το υπόστρωμα αυτού που επί του παρόντος είμαστε̇ ένα συνονθύλευμα, τελικά, “εκατομμυρίων κι εκατομμυρίων εικόνων”, που η μια βρίσκεται “πάνω στην άλλη ή κάτω απ’ την άλλη”. Το ξύπνημα της πραγματικής νοημοσύνης μέσα μας, ωστόσο, θα προϋπέθετε την άρνηση κάθε μνήμης και γνώσης, μ’ άλλα λόγια, την ολική άρνηση της εμπειρίας, δηλαδή αυτού που τώρα είμαστε. Στην αντίθετη περίπτωση, όταν “εμμένουμε στην εμπειρία μας, η οποία είναι μια πρωταρχικότατη βάση, τότε δεν υπάρχουμε πια”.[12]

Θα είχαμε νοημοσύνη, δηλαδή νόηση, μόνο εάν καταφέρναμε διαμιάς να τελειώσουμε μέσα μας με καθετί το ανθρώπινο – dδηλαδή: που έχει στοιχειοθετηθεί από τη σκέψη – και τελικά, με τον εαυτό μας τον ίδιο, ο οποίος δεν είναι κι αυτός τίποτε άλλο παρά ένας σωρός από νεκρές εμπειρίες, μνήμες και γνώση: “Να έχει κανείς νόηση δεν θα σήμαινε πράγματι τίποτε άλλο από το να τελειώνει μια και καλή με την Ιστορία, και κυρίως με τη δική του προσωπική ιστορία”.[13]

Διότι πολύ απλά, κι η ίδια η ανθρώπινη Ιστορία, δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα αποκύημα της ανθρώπινης σκέψης, μ’ άλλα λόγια είναι κι αυτή μια πελώρια α-νοησία, αφού η σκέψη εξ ορισμού αρνείται σε κάθε περίπτωση τη νόηση: “Με βάση αυτά δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ολόκληρη η Ιστορία είναι μια ολωσδιόλου στερημένη από νόηση Ιστορία, γεγονός που την καθιστά μια απολύτως νεκρή Ιστορία”.[14]

Η δε “προσωπική ιστορία” του καθενός μας δεν είναι τίποτε άλλο από τον εαυτό μας, που κι αυτός – όπως κι η συνολική ανθρώπινη Ιστορία – είναι ουσιαστικά α-νόητος κι επομένως νεκρός, αφού κι αυτός έχει στοιχειοθετηθεί από μια καθαρά α-νόητη σκέψη, τόσο ξένη προς την πραγματικότητα και τη φύση, άναρχα συναρμολογημένη μέσω της συσσώρευσης εικόνων, λέξεων κι ιδεών από τον εγκέφαλό μας: “Εαυτός σημαίνει χρόνος, εξέλιξη, συσσώρευση μνημών, προβλημάτων και όλων των άλλων φρικτών πραγμάτων, μέσω των οποίων εκδηλώνεται ο εαυτός: εξουσία, θέση, εξάρτηση από τους άλλους. Όταν, έστω για ένα μόνο δευτερόλεπτο, παύει να υπάρχει αυτό, τότε το άλλο είναι. Κι αυτό το άλλο δεν είναι επ’ ουδενί κάτι το ρομαντικό”.[15]

Ludwig Wittgenstein (1889 – 1951)

Πράγματι, η νόηση (κατά Μπέρνχαρντ) – ή η νοημοσύνη (κατά Κρισναμούρτι) – βρίσκεται εκτός του περιορισμένου πεδίου τής σκέψης, δηλαδή εκτός του πεδίου τού χρόνου, με τη γνωστή, αέναα παλινδρομική του κίνηση από το παρελθόν στο παρόν, κι από ‘κει στο μέλλον: “Η νοημοσύνη δεν σχετίζεται με την εξέλιξη. Η νοημοσύνη δεν είναι το προϊόν τού χρόνου. Η νοημοσύνη είναι εκείνη η ποιότητα του νου, που έχει ανά πάσα στιγμή επίγνωση, με την ύψιστη δυνατή ευαισθησία, ‘αυτού που είναι’ ”.[16]

Με τα λόγια τού Μπέρνχαρντ: “Από τη μια στιγμή στην άλλη να μην δέχεσαι τίποτα πια, αυτό σημαίνει να έχεις νόηση, κανέναν άνθρωπο και κανένα πράγμα, κανένα σύστημα και, φυσικά, καμιά σκέψη επίσης, πολύ απλά τίποτα πια”,[17] χωρίς ωστόσο, – εάν κάτι τέτοιο είναι δυνατό, – να φτάσεις στην ακραία μπερνχαρντιανή λύση τής αυτοκτονίας (“και μέσα σε αυτή μόνο την επαναστατική διαπίστωση να φτάνεις στην αυτοκτονία”).[18]

Η σκέψη παρεμβάλλει τη σκιά της σε ό,τι λέμε κι ό,τι κάνουμε και διαστρεβλώνει την αντίληψή μας περί των πραγμάτων και του εαυτού μας. Γι’ αυτό λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι θα διαθέταμε νοημοσύνη, μόνο στην περίπτωση που δεν θα επιτρέπαμε στη σκέψη να παρεμβάλλεται σε ό,τι λέμε κι ό,τι κάνουμε:

Όταν κάνουμε κάτι, δεν πρέπει να σκεφτόμαστε γιατί κάνουμε αυτό που κάνουμε, λέει ο Όλερ, επειδή τότε θα μας ήταν άξαφνα τελείως αδύνατο να κάνουμε οτιδήποτε. Δεν πρέπει να κάνουμε τις πράξεις μας αντικείμενο της σκέψης μας, επειδή τότε θα πέφταμε θύματα αρχικά μοιραίας αμφιβολίας και τελικά μοιραίας απόγνωσης. Όπως επίσης δεν πρέπει να σκεφτόμαστε τι συμβαίνει γύρω μας και ό,τι έχει συμβεί και ό,τι θα συμβεί, δηλαδή για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, ακριβώς τη στιγμή που αυτή η σκέψη γίνεται μοιραία για μας.[19]

Πιστεύουμε γενικά ότι δρούμε μόνον εφόσον πρώτα σκεφτόμαστε, όμως στην πραγματικότητα παύουμε να δρούμε την ίδια στιγμή που σκεφτόμαστε τη δράση μας. Παύουμε να στοχαζόμαστε τη στιγμή που σκεφτόμαστε τον στοχασμό μας. Παύουμε να βαδίζουμε την ίδια εκείνη στιγμή που ξεκινάμε να σκεφτόμαστε ότι βαδίζουμε. Η σκέψη αρνείται και ακυρώνει ολοκληρωτικά τη δράση, δεν την ευνοεί ούτε την κάνει πραγματικότητα, όπως τείνουμε να πιστεύουμε. Αυτή είναι η αλήθεια:

Δεν πρέπει ποτέ να σκεφτόμαστε, λέει ο Όλερ, πώς και γιατί κάνουμε ό,τι κάνουμε, επειδή τότε θα ήμασταν καταδικασμένοι, ακόμα και αν όχι αμέσως, ακριβώς τη στιγμή της συνειδητοποίησης αυτής της ερώτησης, σε απόλυτη αδράνεια και παντελή ακινησία. Διότι η πιο ξεκάθαρη σκέψη, που είναι η βαθύτερη και, ταυτόχρονα η πιο διαυγής, συνιστά την απόλυτη αδράνεια και την απόλυτη ακινησία, λέει ο Όλερ. Δεν πρέπει να σκεφτόμαστε γιατί βαδίζουμε, λέει ο Όλερ, διότι τότε σύντομα θα μας ήταν αδύνατο να βαδίζουμε, και συνεπώς να καταλήγουμε σε λογικά συμπεράσματα. Σύντομα τα πάντα γίνονται αδύνατα, όπως όταν σκεφτόμαστε γιατί δεν πρέπει να σκεφτόμαστε, γιατί βαδίζουμε και ούτω καθεξής, όπως επίσης δεν πρέπει να σκεφτόμαστε πώς βαδίζουμε, πώς δεν βαδίζουμε, δηλαδή πώς στεκόμαστε, όπως δεν πρέπει να σκεφτόμαστε πώς, όταν δεν βαδίζουμε και δεν στεκόμαστε, σκεφτόμαστε και ούτω καθεξής.[20]

Κι έτσι λοιπόν ο άνθρωπος πορεύεται, πιστεύοντας ότι είναι το μόνο ον που διαθέτει νόηση, ενώ στην πραγματικότητα είναι το μόνο ον που διαθέτει μόνο σκέψη κι επομένως, καμία απολύτως νόηση:

Η δήθεν ανθρώπινη νόηση, λέει ο Όλερ, είναι, όπως έλεγε ο Κάρερ, πάντα μόνο “υπο-νόηση”, και επίσης “παρα-νόηση”. Γιατί αν η νόηση ήταν δυνατή, λέει ο Όλερ, θα ήταν βέβαια δυνατή και η Ιστορία, όμως η Ιστορία δεν είναι δυνατή, επειδή δεν είναι δυνατή η νόηση, και από υπο-νόηση ή παρα-νόηση, μια ανακάλυψη του Κάρερ, λέει ο Όλερ, δεν συγκροτείται Ιστορία.[21]

Το αποτέλεσμα είναι, μόνο ο άνθρωπος, απ’ όλα τα όντα και τα πράγματα μέσα στη φύση, να βρίσκεται έγκλειστος μέσα “στο πιο φρικτό μπουντρούμι που βάζει ανθρώπινος νους και που η επιστήμη αμείλικτα χαρακτηρίζει ως ανθρώπινη φύση”̇[22] αναγκασμένος να υπάρχει διαρκώς “αν και μέσα, ταυτόχρονα όμως και ενάντια στο γεγονός μιας ανυπόφορης και φρικτής ύπαρξης”̇[23] αποτελώντας μέρος μιας ανθρώπινης Ιστορίας, η οποία κατά πάσα πιθανότητα δεν είναι τίποτε άλλο από “ένα ιστορικό ψέμα”̇[24] πλαισιωμένος από μια ανθρωπότητα, η οποία στο μεγαλύτερο ποσοστό της, “πάνω από ενενήντα οχτώ τοις εκατό, λέει ο Όλερ, δεν έχει ούτε πνευματική διαύγεια ούτε πνευματική οξύτητα, και δεν έχει καν νόηση”.[25]

Jiddu Krishnamurti (1895 – 1986)

Και ξαφνικά, βρισκόμαστε “Απορημένοι κι αβοήθητοι”, όπως υποτίθεται ότι είπε ο Κάρερ, λέει ο Όλερ, “αναγκασμένοι να βλέπουμε καθημερινά να παράγεται σωρηδόν νέα κι ακόμα μεγαλύτερη ανθρώπινη δυστυχία, τόση ανθρώπινη ασχήμια, τόση ανθρώπινη κτηνωδία, λέει, κάθε μέρα, με απαράμιλλη τακτικότητα και αμβλύνοια.”[26]

Είμαστε φυλακισμένοι στη δική μας Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε, αυτή είναι η αλήθεια. Και ό,τι κι αν επιχειρήσουμε να κάνουμε για να φύγουμε από την Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε είναι καταδικασμένο σε αποτυχία. Αποπειρόμαστε βέβαια διαρκώς να δραπετεύσουμε από την Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε, όμως πάντα, ξανά και ξανά, προσγειωνόμαστε και πάλι πίσω στη δική μας Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε. Εφευρίσκουμε έννοιες, οι οποίες πιστεύουμε ότι θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε σε τι ακριβώς συνίσταται η φυλακή που λέγεται Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε κι αφού την κατανοήσουμε, να καταφέρουμε να φύγουμε επιτέλους απ’ αυτήν, όμως γρήγορα αντιλαμβανόμαστε, ότι δυστυχώς “ δεν υπάρχει απολύτως κανένα ερώτημα στον κόσμο των εννοιών στο οποίο μπορεί να δοθεί απάντηση”,[27] διότι απλούστατα “όλες οι έννοιες (οι ιδέες), λέει ο Όλερ, όπως η αυτοπαρατήρηση, η αυτολύπηση, η αυτοενοχοποίηση και ούτω καθεξής, είναι λανθασμένες”.[28]

Καταφεύγουμε τότε στις λέξεις και στα ονόματα, όμως αργά ή γρήγορα βρισκόμαστε ενώπιον ενός ακόμη αδυσώπητου γεγονότος, ότι δηλαδή “ακόμα και οι ονομασίες με τις οποίες ορίζουμε τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικές από τις πραγματικές. Υπό αυτή την έννοια, όλες οι ονομασίες είναι λανθασμένες”.[29]

Και κάποια στιγμή – η οποία ποτέ δεν παραλείπει να έρθει, για κανέναν από ‘μας – αντιλαμβανόμαστε, ότι είμαστε ήδη μεγάλοι. Αρκετά μεγάλοι για το οτιδήποτε. Πολύ μεγάλοι, ώστε να επιφέρουμε την οποιαδήποτε αλλαγή̇ στον εαυτό μας, άρα και στην Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε:

Όλα αυτά τα χρόνια σκεφτόμουν ν’ αλλάξω κάτι, δηλαδή τα πάντα, και να φύγω απ’ την Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε, αλλά τίποτα δεν άλλαξε (επειδή εκείνος δεν άλλαξε τίποτα) λέει ο Όλερ, και δεν έφυγε. Αν δεν φύγεις αρκετά νωρίς έλεγε ο Κάρερ είναι άξαφνα πολύ αργά και δεν μπορείς πια να φύγεις. Καταλαβαίνεις άξαφνα πως μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, αλλά δεν μπορείς πια να φύγεις. Αυτό το πρόβλημα, της αδυναμίας σου να φύγεις πια, της αδυναμίας σου ν’ αλλάξεις κάτι, σε απασχολεί σε όλη σου τη ζωή, αυτό υποτίθεται πως είχε πει ο Κάρερ… Κι έπειτα, μεγαλώνοντας, γίνεσαι όλο και πιο ανήμπορος κι όλο και πιο αδύναμος και το μόνο που λες στον εαυτό σου είναι πως έπρεπε να έχεις φύγει αρκετά νωρίς κι αναρωτιέσαι γιατί γιατί δεν έφυγες αρκετά νωρίς. Όταν, όμως, αναρωτιόμαστε γιατί δεν φύγαμε, και μάλιστα γιατί δεν φύγαμε αρκετά νωρίς, που σημαίνει ότι δεν φύγαμε τη στιγμή που ήταν κατάλληλη, δεν καταλαβαίνουμε τίποτα πια, έλεγε ο Κάρερ στον Όλερ.[30]

Οφείλουμε να έχουμε από πολύ νωρίς τη διαύγεια, την εγρήγορση, την επίγνωση και τη νόηση, ώστε να φύγουμε από την Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε, ακριβώς την κατάλληλη στιγμή, όμως δυστυχώς δεν την έχουμε. Αντιλαμβανόμαστε ότι η ζωή μας στην Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε είναι μια κόλαση̇ ότι αργά ή γρήγορα θα μας καταπιεί και θα μας εκμηδενίσει ολοκληρωτικά κι όμως, κατά κάποιον περίεργο τρόπο, τελικά προσκολλώμαστε στη δική μας Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε ή δεν είμαστε ικανοί να αποκολληθούμε έγκαιρα από τη δική μας Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε κι έτσι φυλακιζόμαστε στην Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε και τελικά μαραζώνουμε και πεθαίνουμε, δεμένοι πάντα με τη δική μας Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε. Νομίσαμε αρχικά ότι θα ήταν σχετικά εύκολο για ‘μας να αποκηρύξουμε ολοκληρωτικά όλες τις εικόνες, τις ιδέες, τις έννοιες, τις λέξεις, τα ονόματα και τις προτάσεις̇ όλες τις θρησκείες, τις πατρίδες και τις οικογένειες και τις ανθρώπινες ομάδες̇ όλους εκείνους τους ανθρώπους που ζουν γύρω μας και φυτοζωούν, φυλακισμένοι στις δικές τους Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε̇ πιστέψαμε κάποτε, ότι θα είχαμε αρκετό χρόνο στη διάθεσή μας κι αρκετή ενέργεια, ώστε να δραπετεύσουμε μια μέρα θριαμβευτικά από την Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε̇ να πετάξουμε από πάνω μας όλα τα κελιά από τα οποία συντίθεται η Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε, όλη τη βρομιά που σημαίνει η Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε̇ κάθε “εξουσία, θέση, εξάρτηση από τους άλλους”, κάθε φιλοδοξία κι επιδίωξη, κάθε επιθυμία και αυταπάτη̇ τη δουλειά μας, τους ρόλους μας, τα παιχνίδια που παίζουμε όλη μας τη ζωή με τον εαυτό μας και με τους άλλους̇ τον εαυτό μας τον ίδιο τελικά̇ που σημαίνει, την ίδια την Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε. Όμως δεν το καταφέραμε. Κι αυτό,

επειδή δεν σκεφτήκαμε με αρκετή ένταση να κάνουμε αλλαγές, όταν θα έπρεπε πράγματι να σκεφτούμε έντονα να κάνουμε, και βέβαια, σκεφτήκαμε έντονα να κάνουμε αλλαγές, όχι όμως με αρκετή ένταση, επειδή δεν σκεφτήκαμε έντονα, με τον πιο υπεράνθρωπο τρόπο, ν’ αλλάξουμε κάτι, κι αυτό σημαίνει, πάνω απ’ όλα, τον εαυτό μας, να κάνουμε αλλαγές στον εαυτό μας για ν’ αλλάξουμε τον εαυτό μας, αλλάζοντας έτσι τα πάντα.[31]

Και να ‘μαστε λοιπόν, για εκατομμυριοστή φορά, στην ίδια με πάντα Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε, με τη φρικτή επίγνωση πως,

όταν ζει κανείς σ’ έναν τέτοιο δρόμο, τόσο καιρό, που έχει ήδη ανακαλύψει εδώ και χρόνια πως γέρασε, δεν μπορεί, βέβαια, πια να φύγει, με τη σκέψη ναι, αλλά στην πραγματικότητα όχι, μα η νοερή φυγή κι όχι η πραγματικότητα είναι διπλό μαρτύριο, έλεγε ο Κάρερ. Μετά τα σαράντα, ούτως ή άλλως, η θέλησή σου έχει τόσο αποδυναμωθεί, που είναι μάταιο να επιχειρήσεις να φύγεις. Ένας δρόμος σαν την Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε είναι για κάποιον άνθρωπο στην ηλικία μου σφραγισμένος τάφος, μόνο φρικτά πράγματα ακούς από μέσα, έλεγε ο Κάρερ,[32]

να παρακολουθούμε τον βαρετό, αέναο πολλαπλασιασμό των φρικτών ανθρώπων, των ίδιων εκείνων φρικτών και βαθιά άρρωστων ανθρώπων, που παρακολουθούμε δεκαετίες τώρα να πολλαπλασιάζονται χωρίς κανένα μέτρο και κανένα νόημα, παντού γύρω μας. Των ίδιων εκείνων φρικτών ανθρώπων που, εάν είχαν εξαφανιστεί, πιθανότατα δεν θα είχε κανέναν λόγο ύπαρξης κι η δική μας Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε:

Όλοι αυτοί οι εκατοντάδες, οι χιλιάδες πνευματικά άρρωστοι άνθρωποι που βγήκαν νεκροί απ’ αυτά τα σπίτια όλα αυτά τα χρόνια, έλεγε ο Κάρερ. Αυτός ο απερίσκεπτος πολλαπλασιασμός του πληθυσμού, τον οποίο μπορούμε να παρατηρήσουμε εδώ και είναι ο απωθητικότερος στην Ευρώπη, έλεγε ο Κάρερ. Στη θέση κάθε φρικτού ανθρώπου που πεθαίνει σε ένα από αυτά τα γκρίζα, γκρεμισμένα σπίτια, δυο τρεις καινούριοι φρικτοί άνθρωποι δημιουργούνται μέσα σε αυτά τα σπίτια, υποτίθεται πως είχε πει ο Κάρερ στον Όλερ.[33]

Μόνο εάν είχαν εξαφανιστεί όλες αυτές οι ορδές των φρικτών ανθρώπων, που σε όλη τους τη ζωή δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να “αναποδογυρίζουν συνεχώς το κεφάλι τους σαν κάδο απορριμμάτων και [να] το αδειάζουν όπου βρίσκονται”, θα μπορούσαμε ίσως να ελπίζουμε ότι θα καταφέρναμε κάποτε να δραπετεύσουμε από την  Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε: “Βέβαια μια γη που θα στέρευε σιγά σιγά και τελικά θα έμενε εντελώς άδεια από ανθρώπους θα ήταν μάλλον πανέμορφη, λέει ο Όλερ”.[34] Όμως φευ! Την αμέσως επόμενη στιγμή αντιλαμβανόμαστε, ότι κι αυτή, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία ακόμη σκέψη και συνεπώς, μία ακόμη α-νοησία: “Κι αμέσως μετά λέει, αυτή η σκέψη είναι φυσικά α-νοησία”.[35]

Έχοντας εξαντλήσει κάθε μέσο, κάθε σκέψη, κάθε έννοια και λέξη και βλέποντας ότι η Κλοστερνοϊμπουργκερστράσε παραμένει η μόνη σταθερά τής φρικτής ύπαρξής μας, ίσως τελικά θα πρέπει να προσφύγουμε στον Βίτγκενσταϊν – τον αγαπημένο φιλόσοφο και ήρωα των βιβλίων τού Μπέρνχαρντ – και στην αινιγματική του διατύπωση για τη λύση τού προβλήματος της ζωής: “Η λύση τού προβλήματος της ζωής βρίσκεται στην αυτού εξαφάνιση του προβλήματος. (Μήπως δεν είναι αυτός ο λόγος, που άνθρωποι, οι οποίοι πέρασαν μέσα από μεγάλες αμφιβολίες και έφτασαν τελικά να δουν καθαρά το νόημα της ζωής, δεν ήταν σε θέση να πουν σε τι ακριβώς συνίστατο αυτό το νόημα);”[36] Και στην αυστηρή, άτεγκτη προτροπή του: “Για όσα δεν μπορεί να μιλά κανείς, καλύτερα να σωπαίνει”.[37]

___________

Σημειώσεις

[1] Τζίντου Κρισναμούρτι, από συζήτηση με μία μικρή ομάδα, Νέα Υόρκη, 16.4.1984.

[2] Τόμας Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας (Αθήνα: Κριτική, 2022), σ. 31.

[3] Τζίντου Κρισναμούρτι, Απόσπασμα από τη δέκατη δημόσια ομιλία του στο Σάανεν, στις 31.7.1966.

[4] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 50.

[5] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 13.

[6] Τζίντου Κρισναμούρτι, Απόσπασμα από την τέταρτη δημόσια ομιλία του στο Σάανεν, στις 30.7.1977.

[7] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 75.

[8] Ludwig Wittgenstein, Tractatus logico philosophicus (Madrid: Alianza Editorial, 2009), pp. 55-56.

[9] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 18.

[10] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 18.

[11] Τζίντου Κρισναμούρτι, Απόσπασμα από μία συνέντευξη με τον Gary Null, Νέα Υόρκη, 25.3.1982.

[12] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 19.

[13] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 16.

[14] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 15.

[15] Τζίντου Κρισναμούρτι, Απόσπασμα από μία συνέντευξη με τη Renee Weber, Οχάι, 3.3.1983.

[16] Τζίντου Κρισναμούρτι, Απόσπασμα από την τέταρτη δημόσια ομιλία του στο Σάανεν, στις 6.8.1969. Μεταφράζουμε ως ‘αυτό που είναι’, τη γνωστή έκφραση που χρησιμοποιούσε ο Κρισναμούρτι ‘what is’.

[17] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 16.

[18] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 16.

[19] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 29.

[20] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 30.

[21] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 17.

[22] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 25.

[23] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 14.

[24] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 16.

[25] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 15.

[26] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 24.

[27] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 88.

[28] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 95.

[29] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 96.

[30] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σσ. 106-107.

[31] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 107.

[32] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 108.

[33] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 108.

[34] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 24.

[35] Μπέρνχαρντ, Βαδίζοντας, σ. 24.

[36] Wittgenstein, Tractatus, p. 131.

[37] Wittgenstein, Tractatus, p. 132.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s