Franz Kafka – “Ο Πύργος” (1926)

Σκέψεις πάνω στο αριστούργημα του Φραντς Κάφκα. Βιβλιοκριτική, η οποία αναρτήθηκε στο περιοδικό fractal, στις 22.12.2020.

Franz Kafka (1883 – 1924)

Ή, αν μου επιτρέπεται μία ευτράπελη αναλογία, ακριβώς γιατί είναι πολύ χτυπητή, απέναντι στην υποτιθέμενη πλήρη αιτιολόγηση[1] τού συνόλου τής φύσης, ο φιλοσοφικός ερευνητής θα πρέπει πάντα να νιώθει σαν εκείνον τον άνθρωπο τον οποίο, χωρίς ο ίδιος να ξέρει πώς, τον έχουν φέρει ενώπιον μίας παρέας άγνωστων σ’ αυτόν ανθρώπων, το κάθε ένα μέλος τής οποίας τού παρουσιάζει κάποιο άλλο μέλος της ως φίλο ή ξάδελφό του και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, του τους γνωρίζει βέβαια μέχρι κάποιο βαθμό. Ο ίδιος ο άνθρωπος τώρα, παρότι κάθε φορά που του παρουσιάζουν και κάποιο νέο μέλος τής παρέας, προσποιείται ότι χαίρεται πολύ για τη γνωριμία, δεν παύει να έχει ανά πάσα στιγμή σχηματισμένη στα χείλη του την ερώτηση: μα πώς στο διάολο σχετίζομαι εγώ μ’ όλους αυτούς;

(Arthur Schopenhauer, The World as Will and Representation, Vol. I, Dover Publications, Inc., New York 1969/2015, p. 98).

Ερχόμαστε από ένα πολύ μακρινό ταξίδι, από μία χώρα η οποία ποτέ δεν κατονομάζεται,– ίσως γιατί είναι άγνωστη ακόμη και σ’ εμάς τους ίδιους, – σε μία εξίσου άγνωστη και παγωμένη χώρα, βυθισμένη στο σκοτάδι και στο χιόνι, η οποία κατοικείται από παράξενους κι εχθρικούς ανθρώπους. Ερχόμαστε με μία κάποια ιδιότητα, – του τοπογράφου, του εμπόρου ή του υπαλλήλου, δεν έχει και πολλή σημασία, – ανταποκρινόμενοι σε μία επίσημη πρόσκληση προς το πρόσωπό μας, ως μία απόλυτα ορισμένη κι επιθυμητή οντότητα, ως μία προσωπικότητα, με συγκεκριμένες γνώσεις κι επαγγελματικές δεξιότητες, τις οποίες μας ζητείται υποτίθεται να μετουσιώσουμε σε χρήσιμο κι αναγκαίο για τους υπόλοιπους ανθρώπους έργο.

Για να διαπιστώσουμε, με την άφιξή μας κιόλας, ότι τίποτα από όλα αυτά δεν είναι όπως το φανταζόμασταν, ή όπως θα θέλαμε να είναι. Έχουμε εισδύσει – καλύτερα, προσγειωθεί – σε ένα απομονωμένο από τον γνωστό κόσμο χωριό, που κατοικείται από ανθρώπους δυσπρόσιτους, ερμητικά κλειστούς και εχθρικά διακείμενους σ’ εμάς, που δεν κρύβουν τη λυσσαλέα εχθρότητά τους εναντίον μας, χωρίς εμείς να μπορούμε να κατανοήσουμε τα κίνητρα που κρύβονται πίσω από αυτήν την εχθρότητα. Σ’ ένα χωριό, το οποίο φαίνεται να κυβερνάται από νόμους άκαμπτους, άτεγκτους κι εξίσου δυσνόητους και απρόσιτους σ’ εμάς.

Εμείς βέβαια, δεν έχουμε κάνει ένα τόσο μεγάλο και κοπιώδες ταξίδι, μόνο και μόνο για να εγκατασταθούμε σ’ αυτήν την τρομακτική κι απεχθή γωνιά τού κόσμου. Ο δικός μας στόχος είναι ο Πύργος κι όχι το θλιβερό χωριό που φυτοζωεί στις παρυφές του. Εμείς δεν αποτελούμε μέρος αυτής της ομοιόμορφης, άμορφης, μηχανικά κινούμενης μάζας των ανθρωπόμορφων όντων που κατοικούν στο αποκρουστικό χωριό. Εμείς έχουμε συγκεκριμένη ιδιότητα, μία ορισμένη προσωπικότητα και, πάνω απ’ όλα, έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο: να έλθουμε σ’ επαφή με τον Πύργο. Όχι να λιμνάσουμε στο μισητό χωριό. Εμείς έχουμε έναν ρόλο να επιτελέσουμε, έχουμε έρθει εδώ ως προσκεκλημένοι των Κυρίων τού Πύργου, ως μία απόλυτα επιθυμητή και σεβαστή ατομικότητα, όχι ως μέρος τής λασπώδους κι αδιαφοροποίητης ανθρωπομάζας που είναι το χωριό.

Γι’ αυτό και δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υπακούσουμε άνευ όρων σε κανέναν από τους άκαμπτους κι απάνθρωπους κανόνες με βάση τους οποίους κινείται ο τερατώδης, γραφειοκρατικός, ταξικά κι ιεραρχικά προσδιορισμένος, απάνθρωπος μηχανισμός που είναι το χωριό. Βεβαίως, εμείς δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να υποταχθούμε στα κελεύσματα των άξεστων χωρικών και των παράλογων κανονισμών τους. Εμείς, πάση θυσία, πρέπει να έχουμε ανά πάσα στιγμή στον ορίζοντά μας μόνο τον Πύργο. Αυτόν πρέπει να προσπελάσουμε, σ’ αυτόν πρέπει να διεισδύσουμε. Ανήκουμε στην ευγενή κάστα των Κυρίων, δεν έχουμε τίποτε το κοινό με τις ανθρώπινες μαριονέτες τού χωριού, μ’ αυτά τα μηχανικά κινούμενα ανδρείκελα, των οποίων η μιαρή ύπαρξη δεν γνωρίζει τίποτε άλλο από την δουλοπρέπεια και την τυφλή υποταγή στον Πύργο και τους Κυρίους του.

Μα, κατά κάποιον περίεργο τρόπο, όσο περισσότερο προσπαθούμε να εγκαταλείψουμε το χωριό και τους κατοίκους του, τόσο περισσότερο απροσπέλαστος γίνεται για ‘μάς κι ο Πύργος. Όσο περισσότερο αρνούμαστε να υποκύψουμε στην εχθρότητα και τη μικρότητα των χωρικών, τόσο περισσότερο αλαργεύει από ‘μάς κι η προοπτική τού Πύργου. Υπομένουμε τις διαρκείς και συντονισμένες επιθέσεις των υπανθρώπων τού χωριού, μόνο και μόνο γιατί τους βλέπουμε αυτούς και το μίζερο χωριό τους ως ένα εφαλτήριο, το οποίο αργά ή γρήγορα θα μας εκτινάξει στα ευγενή ύψη τού Πύργου. Δεν μας είναι ιδιαίτερα ξεκάθαρο το τι μας ωθεί, όμως κατά κάποιον τρόπο, μέσα μας λειτουργεί μία ακατανίκητη δύναμη, η οποία, ενάντια σε κάθε εξωτερική αντιξοότητα, μας αναγκάζει να κινηθούμε προς την επίτευξη των στόχων μας. Πόσο σημαντικοί είναι αυτοί οι στόχοι; Γιατί αυτοί οι συγκεκριμένοι κι όχι κάποιοι άλλοι; Τι ακριβώς περιμένουμε να συμβεί, εφόσον τελικά καταφέρουμε κάποτε να εισχωρήσουμε στον περιπόθητο Πύργο, να έλθουμε έστω σ’ επαφή με τον Κλαμ ή οποιονδήποτε άλλο Κύριο, ο οποίος θα λειτουργήσει επιτέλους ως διαμεσολαβητής στη μέχρι στιγμής προβληματική σχέση μας με τον Πύργο; Δεν γνωρίζουμε τίποτε για όλα αυτά. Δεν έχουμε τον χρόνο να τα σκεφτούμε και να τα απαντήσουμε. Εμείς απλά πρέπει να κινηθούμε με κάθε τρόπο προς τη κατεύθυνση στην οποία μας ωθεί η εσωτερική αυτή δύναμη.

Το ίδιο κι οι χωρικοί άλλωστε: κι αυτοί κινούνται απαρέγκλιτα προς μία και μοναδική κατεύθυνση. Αυτήν της τυφλής υποταγής στον Πύργο, στους Κυρίους και στο γραφειοκρατικό τέρας που διασφαλίζει τη διαιώνιση της σχέσης δούλου-κυρίου μεταξύ τού Πύργου και του χωριού. Αυτοί, δεν αναζητούν τίποτε περισσότερο στη ζωή τους. Τους αρκεί που γεννιούνται και πεθαίνουν ως δούλοι. Ακόμη και μεταξύ δούλων, υπάρχει πάντα η ελπίδα ενός κάποιου είδους ‘κοινωνικής ανέλιξης’ – οι κοπέλες τού χωριού επιδίδονται σε κάθε είδους ύπουλες μεθοδεύσεις, ώστε να καταφέρουν να αναβαθμισθούν από απλές καμαριέρες σε γκαρσόνες στην ταβέρνα όπου συνηθίζουν να τρώνε οι Κύριοι, στις σπάνιες περιπτώσεις που κατεβαίνουν από τον Πύργο στο χωριό. Οι χωρικοί αποδέχονται τον ρόλο που τους έχει ανατεθεί εκ γενετής, ως μέρος μίας τυφλής, ανεξήγητης, όσο και άτεγκτης κι απαραβίαστης τάξης πραγμάτων, την οποία δεν δικαιούται κανείς τους να αμφισβητήσει. Επαίρονται μάλιστα ανά πάσα στιγμή για το προνόμιό τους να βρίσκονται στην υπηρεσία τού Πύργου και των ανθρώπων του κι εκπλήσσονται και λοιδορούν με κάθε ευκαιρία τον Κ. για την ανεξήγητη και σκανδαλώδη κατ’ αυτούς άρνησή του να δεχτεί το προφανές: ότι κι ο ίδιος, εκ των πραγμάτων, βρίσκεται σε μία σχέση υποταγής προς τον Πύργο. Ότι μάλιστα, ακόμη χειρότερα, βρίσκεται στην πραγματικότητα σε μία πολύ κατώτερη θέση από τον οποιονδήποτε άλλο χωρικό, ακόμη κι αν ο ίδιος – παραδόξως – δεν το κατανοεί ή αρνείται να το δεχτεί.

Ο αγώνας τού Κ. θα συνεχιστεί μέχρι τέλους. Παρόλες τις ταπεινώσεις, τις απογοητεύσεις, τις προδοσίες, τις μικρότητες των ανθρώπων τού χωριού εναντίον του, παρόλες τις αποτυχημένες του προσπάθειες να τους προσεγγίσει και τελικά να τους χρησιμοποιήσει ως αρωγούς του στην επίτευξη του ενός και μοναδικού, προσωπικού του Στόχου, δεν θα το καταφέρει.

Arthur Schopenhauer (1788 – 1860)

Όμως για ποιο ‘τέλος’ μπορεί κανείς να μιλήσει σε σχέση με την τιτάνια προσπάθεια του Κ.; Σίγουρα το οποιοδήποτε ‘τέλος’ της δεν μπορεί να διαφέρει και πολύ από την αρχή της. Κατά ειρωνικό τρόπο, το μυθιστόρημα του Κάφκα έμεινε ημιτελές. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο επιτυχημένη κατάληξη για ένα μυθιστόρημα σαν τον Πύργο. Στην τελευταία από τις σελίδες τις οποίες έγραψε τελικά ο Κάφκα, ο Κ. βρίσκεται ακριβώς στο ίδιο σημείο απ’ όπου είχε ξεκινήσει. Κανένας από τους στόχους του δεν έχει ευοδωθεί. Αντιθέτως, ως αναγνώστες της περιπέτειάς του, οι οποίοι μπορούν πια να έχουν μία αρκετά πλήρη εικόνα των νόμων που κυβερνούν τον Πύργο, το χωριό και τους ανθρώπους του, καθώς και τη σχέση που διατηρεί ο Κ. μαζί τους, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, ότι τίποτε παραπάνω δεν θα μπορούσε να συμβεί, εάν ο Κάφκα ολοκλήρωνε το μυθιστόρημα: ο Κ. θα συνεχίσει να πελαγοδρομεί ολομόναχος, ξένος ανάμεσα σε ξένους, στο άγνωστο από τους χάρτες μισητό χωριό, αιώνια αντιμέτωπος με ανθρώπους των οποίων τον τρόπο ζωής και τη συμπεριφορά αδυνατεί να κατανοήσει, κυνηγημένος από μία αγέλη άγριων ανθρωποειδών, τα οποία ενώνει μία κοινή, τυφλή κι ακατανίκητη ζωική δύναμη, αναγκάζοντάς τα να επιβιώσουν και να υπερισχύσουν έναντι όλων των άλλων, όποιο κι αν είναι το τίμημα. Και, μέχρι τέλους, δεν θα είναι ικανός να κατανοήσει ούτε τα δικά του κίνητρα, ούτε των άλλων, ούτε την εμμονή του στον Στόχο, ούτε το γιατί οι στόχοι όλων των άλλων γύρω του φαίνεται να προϋποθέτουν την εξάλειψη του δικού του Στόχου.

Κι ο Πύργος θα παραμείνει για πάντα μία οφθαλμαπάτη, κάτι το οποίο μπορεί να υπάρχει ή να μην υπάρχει, μία δυνατότητα, αλλά ποτέ μία κατακτημένη πραγματικότητα, για εκείνους τους λίγους που τολμούν να διαφοροποιηθούν από την αγέλη τού κάθε χωριού, να σταθούν μόνοι τους απέναντι στους ανθρώπους και τους απάνθρωπους νόμους τους και να απαιτήσουν το αδύνατο: να έλθουν σε επαφή με την αδυσώπητη δύναμη που δημιούργησε τους ίδιους και τα ποταπά ανθρωποειδή που τους κυκλώνουν ολοένα και πιο απειλητικά̇ αυτήν που διατηρεί στη ζωή ανθρώπους, ζώα και φυτά̇ αυτήν που κινεί με θαυμαστή ακρίβεια στην αλληλεξάρτησή τους τα άπειρα ουράνια σώματα και τα φυσικά στοιχεία̇ αυτήν που διέπει εξίσου την πέτρα και το διαστημικό κενό̇ αυτή που μόνο ως υλική εξωτερίκευση μέσα στον χρόνο και στον χρόνο μάς παρουσιάζεται, κρατώντας το εσωτερικό, βαθύτερο μυστικό της ερμητικά κρυφό από τις ανθρώπινες αισθήσεις μας: Βούληση. Διότι ίσως υπάρχει τελικά μία κάποια διαφορά μεταξύ του ξένου Κ. και των χωρικών: ο πρώτος είναι ακόμη αρκετά ευαίσθητος κι αγαθός, ώστε να επιθυμεί να υπερβεί την ποταπή ανθρώπινη φύση (του), να κατανοήσει τη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων και να εισέλθει στη Βασιλεία τού Πύργου, ως Κύριος κι όχι ως δούλος. Ελεύθερος. Για τους άλλους, δεν χρειάζεται καν να γίνει λόγος: είναι ήδη χαμένοι απο τη στιγμή που γεννήθηκαν.

Μέχρις ότου τελικά ο Κ. εξαντληθεί και πέσει στη μάχη ηρωικά, το ίδιο τυφλός με τότε που, ανυποψίαστος, γεμάτος ενέργεια και όνειρα, έφτανε μία σκοτεινή και παγωμένη νύχτα στο χωριό ως ένας κάποιος τοπογράφος ονόματι Κ. Καμία από τις δύο πλευρές – ούτε οι άξεστοι χωρικοί, ούτε ο σαφώς πιο ευγενής κι ευαίσθητος Κ. – δεν είναι ικανή να καταλάβει στο τέλος τούς νόμους και τη βαθύτερη σκοπιμότητα του παιχνιδιού στο οποίο πρωταγωνιστεί εν αγνοία της και παρά τη θέλησή της. Γιατί πρόκειται για το ανθρώπινο, το κοινωνικό και, σε τελική ανάλυση, το μεγάλο κοσμικό παιχνίδι τής Βούλησης, που παίζεται ερήμην μας, από καταβολής κόσμου. Κι ο Κ. κι οι χωρικοί – ακόμη κι οι ίδιοι οι Κύριοι, οι Υπάλληλοι κι ολόκληρη η ιεραρχία τού Πύργου – αποτελούν μέρος ενός παιχνιδιού, του οποίου το βαθύτερο νόημα εκ των πραγμάτων δεν γνωρίζουν. Ως εξατομικεύσεις τής βαθύτερης δύναμης που τους κινεί – της Βούλησης – ως απλές εκδηλώσεις της, δεν αποτελούν τίποτε άλλο παρά μορφολογικά διαφοροποιημένες αναπαραστάσεις της. Κι ως μία αναπαράσταση και τίποτε άλλο, μπορεί να αντιληφθεί η κάθε χωριστή αναπαράσταση όλες τις άλλες που της παρουσιάζονται. Οι νόμοι που διέπουν όλες τις επιμέρους αναπαραστάσεις – τα εκατομμύρια διαφορετικά φαινόμενα αυτού του κόσμου – είναι οι ίδιοι. Πώς όμως θα μπορούσε ποτέ μία απλή αναπαράσταση – η οποία δεν είναι τίποτε άλλο από μία υλική αποκρυστάλλωση στον χρόνο και στον χώρο, υπόλογη μόνο στους νόμους τής αιτιότητας – να αντιληφθεί ότι αποτελεί ακριβώς αυτό, μία απλή φαινομενικότητα, και πώς να κατανοήσει τους βαθύτερους νόμους που την κινούν, αυτήν και όλες τις υπόλοιπες φαινομενικότητες που της παρουσιάζονται στην πορεία της μέσα στον κόσμο;

Ποτέ δεν θα καταλάβει ο Κ. τη δύναμη που τον ωθεί προς τον Πύργο, τα βαθύτερα κίνητρα αυτής της μυστηριακής ώσης που τον προσδιορίζει τόσο απόλυτα. Ποτέ δεν θα κατανοήσει τους χωρικούς-αναπαραστάσεις, που η μοίρα του τον ανάγκασε να συναντήσει στο διάβα του, να συγχρωτισθεί αναγκαστικά και να συμβιώσει μαζί τους, παρά τη θέλησή του και τη δική τους. Ποτέ δεν θα καταφέρει να διεισδύσει στα μυστικά τού Πύργου – να φτάσει στην ουσία των πραγμάτων, να αποκρυπτογραφήσει τον εαυτό του και τους άλλους, να καταλάβει τον Κόσμο και τη μία και μοναδική δύναμη που τον δημιουργεί και τον κυβερνά: την αιώνια, μυστηριακή, αλλά και τόσο καλά κρυμμένη και δυσπρόσιτη σ’ εμάς Βούληση.

Βλέπουμε ήδη εδώ, ότι δεν μπορούμε ποτέ να εισχωρήσουμε στη βαθύτερη φύση των πραγμάτων ‘από τα έξω’. Όσο βαθιά έρευνα κι αν κάνουμε, δεν εισπράττουμε τίποτε άλλο παρά μόνο εικόνες και ονόματα. Είμαστε σαν εκείνον τον άνθρωπο, ο οποίος γυρίζει γύρω γύρω από έναν πύργο, ψάχνοντας μάταια για κάποια είσοδο, κάποιες φορές μάλιστα δίνοντας και συνοπτικές περιγραφές για τις προσόψεις του. Κι όμως, αυτό είναι το μονοπάτι που έχουν ακολουθήσει όλοι οι φιλόσοφοι πριν από ‘μένα.

(Arthur Schopenhauer, The World as Will and Representation, Vol. I, Dover Publications, Inc., New York 1969/2015, p. 99).

[1] Και στα δύο αποσπάσματα από το The World as Will and Representation του Schopenhauer, η μετάφραση είναι δική μας. Προτιμούμε εδώ να μεταφράσουμε τη λέξη etiology της Αγγλικής μετάφρασης του έργου που χρησιμοποιούμε, ως την “υποτιθέμενη πλήρη αιτιολόγηση (τού συνόλου τής φύσης)”, προκειμένου να αποδοθεί καλύτερα το νόημα των λεγόμενων του Schopenhauer στο σημείο αυτό. Ο όρος θα μπορούσε να αποδοθεί και ως ‘Αιτιοκρατία’ (ως συνώνυμο δηλαδή του ‘Ντετερμινισμού’, της θεωρίας που υποστηρίζει ότι η φύση μπορεί να γίνει κατανοητή στη βάση τού νόμου τής αιτιότητας).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s