1/8 του χιλιοστού

Σκέψεις πάνω στο μυθιστόρημα του Κόμπο Αμπέ “Η Γυναίκα τής Άμμου” (1962).

Δοκίμιο-βιβλιοκριτική, που δημοσιεύθηκε από το fractal, στις 4.11.2020:

Kōbō Abe – Η γυναίκα της άμμου | Πανδοχείο
Kōbō Abe

“ΑΜΜΟΣ: σύνθετο υλικό από τρίμματα βράχων. Περιέχει ενίοτε μαγνητίτη, κασσιτερίτη και σπανιότερα ψήγματα χρυσού. Η διάμετρος των κόκκων της είναι από 1/16 έως 2 χιλιοστά.”[1]

Μπορούμε όμως μόνο με έναν ξερό επιστημονικό ορισμό σαν κι αυτόν, να θεωρήσουμε ότι έχουμε καταλάβει πλήρως τι ακριβώς είναι η άμμος;

Αμμώδης έρημος είναι η επικράτεια της χώρας, της πατρίδας και του σπιτιού. Ακριβώς εκείνα τα πράγματα δηλαδή που τείνουμε να θεωρούμε ως τα πιο οικεία και ασφαλή για εμάς:

“Βέβαια, είναι επειδή εμείς εδώ κρατάμε, βλέπετε, πραγματικά το πνεύμα τής αγάπης για το χωριό μας…”

“Τι, ποιο πνεύμα;”

“Να, της αγάπης για το πατρικό χώμα.”[2]

Η γυναίκα τής άμμου ζει εντελώς απομονωμένη στο κατακλυσμένο από την άμμο σπίτι της, πολύ μακριά από κάθε ανθρώπινη παρουσία, τη ζωή σκλάβας στην οποία την έχει καταδικάσει το χωριό της κι οι κάτοικοί του κι όμως, συνεχίζει να διατηρεί μέσα της το ‘πατρικό χώμα’ ως ό,τι πιο ιερό διαθέτει.

Οι κάτοικοι του θλιβερού χωριού, του βυθισμένου στην άμμο, του πλήρως αποκομμένου από τον έξω κόσμο, κάνουν τα πάντα για να το διασώσουν από τις συνεχείς, ανηλεείς επελάσεις των τόνων τής άμμου, εργάζονται μέρα και νύχτα παλεύοντας έναν άνισο αγώνα, απλά και μόνο για να καταφέρουν να διατηρηθούν οι ίδιοι και τα θλιβερά καλύβια τους μόλις λίγο πάνω από το επίπεδο τής ακατάπαυστα ρέουσας αμμώδους θάλασσας που απειλεί να τους καταπιεί. Πιανόμαστε με όλες μας τις δυνάμεις από τον ‘τόπο μας’, ακόμη κι όταν αυτός είναι η Κόλαση η ίδια. Ο Νίκι αναρωτιέται: “Για να προστατεύσουν, λοιπόν, αυτό το άθλιο τοπίο, τα δέκα περίπου σπίτια που ήταν κοντά στη θάλασσα εξαναγκάζονταν να ζουν μια ζωή σκλάβων.”[3]

Άμμος που ξεγλιστρά μέσα από την ανθρώπινη παλάμη είναι η ψευδαίσθηση της δουλειάς και του μόχθου – η παράλογη ιδέα ότι μπορούμε να αντιταχθούμε στη φύση και τις προμηθεϊκές της δυνάμεις, να αφήσουμε το αποτύπωμα της βούλησης και των ονείρων μας στο περιβάλλον, να ανακόψουμε τη διαβρωτική ισχύ τής φθοράς και του θανάτου, να ‘δημιουργήσουμε’, να κερδίσουμε υστεροφημία με τα ‘έργα’ μας. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι η δουλειά υπήρξε πάντοτε δουλεία, ο κατεξοχήν παράγοντας της ίδιας της φθοράς τού ανθρώπου και κυρίως ένα έξοχο επιχείρημα για την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, ήδη πολύ πριν τον Μαρξ και κάθε μαρξιστική ανάλυση: “Με λίγη εξάσκηση, ακόμα κι ένας πίθηκος θα μπορούσε να κάνει το φτυάρισμα της άμμου… Εγώ πρέπει να μπορώ κάτι περισσότερο απ’ αυτό… Ο άνθρωπος πρέπει να μπορεί να βάζει σε χρήση όλες του τις δυνατότητες!”, διαμαρτύρεται σε μαρξιστικούς όρους ο Νίκι[4] όταν ήδη οι χωρικοί κι η γυναίκα τής άμμου τον έχουν εντάξει βίαια στην αμείλικτη λογική τής καταναγκαστικής εργασίας.

Καθαρά ως δωρεάν εργατική δύναμη βλέπουν οι άξεστοι χωρικοί τον ανυποψίαστο άνθρωπο τής πόλης, τον ερασιτέχνη και δημόσιο υπάλληλο Νίκι και τον παγιδεύουν στην καλύβα-φυλακή τής ‘γυναίκας τής άμμου’, αναγκάζοντάς τον να εργάζεται μαζί της νυχθημερόν, αδειάζοντας την άμμο που, ανά πάσα στιγμή, απειλεί να καταπιεί ανθρώπους και σπίτια. Ο Νίκι αρνείται να δεχτεί τον απάνθρωπο νόμο τής καταναγκαστικής εργασίας, σύντομα όμως η κοινωνία τής εργασίας θα του αποδείξει πόσο αμείλικτη είναι η λογική που την κυβερνά. Ήδη, προ πολλού, η γυναίκα τής άμμου την έχει αποδεχτεί κι έχει υποταχθεί σιωπηλά σ’ αυτήν. Ο νεόφερτος Νίκι πιστεύει ακόμη ότι υπάρχει η ελπίδα τής επανάστασης και της απελευθέρωσης. Προσπαθεί να αφυπνίσει τη γυναίκα τής άμμου: “Αυτό από μόνο του είναι απόδειξη ότι εσύ η ίδια αναγνωρίζεις πόσο εξωφρενική είναι αυτή η ζωή! Να σε μεταχειρίζονται έτσι, σαν σκλάβα, και ‘σύ να μιλάς σαν να τους εκπροσωπείς! Αυτό πρέπει να σταματήσει! Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να σε κρατάει κλεισμένη εδώ μέσα!”[5]

Η άχαρη ζωή τής σύγχρονης πόλης από την οποία θέλησε να δραπετεύσει ο Νίκι, με τα δεσμά τής εργασίας γραφείου, της καταιγιστικής διαφήμισης και της εμπορευματοποίησης των πάντων, με την αμμώδη ερημιά των ανθρώπινων σχέσεων, χωρίς αμφιβολία τον δυνάστευε και τον υποδούλωνε τη μία μέρα μετά την άλλη. Όμως η πραγματική ρίζα τού προβλήματος φτάνει πολύ πιο μακριά από τον καπιταλισμό και τη σύγχρονη εμπορευματική κοινωνία. Η ρίζα τού κακού είναι η ίδια η εργασία που μηχανοποιεί κι αποκτηνώνει τον άνθρωπο, αφαιρώντας του κάθε ανθρώπινη ιδιότητα. Αργά ή γρήγορα κι ο Νίκι θα μετατραπεί σε ένα μηχανικό αυτόματο σαν όλους τους άλλους: “Σαν μηχανή, στάθηκε δίπλα στη γυναίκα κι άρχισε να σκάβει… Οι κινήσεις τους ήταν σχεδόν αυτόματες, άβουλες.”[6]

Από την κινούμενη άμμο τής μηχανικά επαναλαμβανόμενης εργασίας κι από το ανθρώπινο απείκασμά της – τους ‘συναδέλφους’ του – θέλησε να διαφύγει ο Νίκι, για να διαπιστώσει σύντομα, ότι παντού στις καπιταλιστικές, προ-καπιταλιστικές ή τις πρωτόγονες κοινωνίες, όπου υπήρξε και υπάρχει ακόμη άνθρωπος, το δαιδαλώδες δίχτυ τής εργασιακής δουλείας και της ‘συναδελφικής’ εχθρότητας επιβάλλουν στους ανθρώπους την απάνθρωπη λογική τους. Ο ‘συνάδελφος’ είναι η κόλαση του ανθρώπου-εντόμου που έχει πιαστεί στο δίχτυ τής αράχνης που ονομάζεται εργασία:

“Μέχρι τώρα, τα μόνα που αναδύονταν στη συνείδησή του απ’ αυτούς [τους συναδέλφους του], ήταν κάποιες παράξενα μεγεθυσμένες λεπτομέρειες, όπως τα ρουθούνια μιας χοντρής μύτης… Χείλη γεμάτα ρυτίδες… Απαλά, λεπτά χείλη… Πλατιά δάχτυλα… Λεπτά δάχτυλα… Κηλίδες μέσα στα μάτια… Μια σειρά κρεατοελιές κάτω από μια κλείδωση, ιώδεις φλέβες που διακλαδίζονται πάνω σ’ ένα στήθος. Αν κοίταζε μόνο αυτά τα επιμέρους στοιχεία, από πολύ κοντά, θα του ‘ρχόταν εμετός.”[7]

Το έντομο-Νίκι απέδρασε από το δίχτυ τής δουλειάς του και των εντόμων-συναδέλφων του: “Όμως, στα μάτια που έβλεπαν μέσα από έναν ευρυγώνιο φακό, όλ’ αυτά φαίνονταν μικροσκοπικά, σαν έντομα. Αυτά που έρπουν γύρω γύρω εκεί πέρα, είναι οι συνάδελφοί του, που ρουφάνε το τσάι τους στο κυλικείο των δασκάλων.”[8] Για να πιαστεί όμως αμέσως μετά στο κατά πολύ πιο τρομακτικό δίχτυ που του είχε στήσει μία γυναίκα-έντομο – η γυναίκα τής άμμου – κι αυτή πιασμένη στο ίδιο θανατηφόρο εργασιακό δίχτυ μ’ αυτόν: “Η σιλουέτα της από πίσω του φάνηκε σαν κάποιο είδος εντόμου.”[9] … “Ακριβώς ο τρόπος που συμπεριφέρεται το hanmiyo, σκέφτηκε εκείνος.”[10]

Ο Νίκι υποθέτει ότι αυτήν τη στιγμή, οι υποκριτές συνάδελφοί του, οι “πάντα υπερευαίσθητοι στο τι κάνουν οι άλλοι,”[11] θα ‘ανησυχούν’ για το τι να έχει απογίνει: “Βέβαια η ειλικρίνεια της ανησυχίας τους είναι μάλλον αμφίβολη. Όμως τουλάχιστον η περιέργειά τους σαν καρπός λωτού ξεχασμένος στο κλαδί, έχει τώρα σίγουρα φτάσει σε σημείο υπερωρίμανσης.”[12] Στην πραγματικότητα, μίζεροι δάσκαλοι όλοι τους, πιασμένοι κι αυτοί, χρόνια ολόκληρα τώρα, στην κινούμενη άμμο τής βαρετά επαναλαμβανόμενης δουλειάς τους, ανίκανοι να κάνουν πράξη την ελευθερία που ονειρεύονται, έχουν καταλήξει να μισούν κι όσους επιχειρούν να την πραγματώσουν: “Επειδή οι ίδιοι διψούν τόσο πολύ για ελεύθερη συμπεριφορά, στο τέλος καταντούν να μην μπορούν παρά να τη μισούν.”[13] Τελικά, αυτό που κάποτε αποτέλεσε τους λεγόμενους ‘συναδέλφους’ του, πλέον, σχεδόν του προκαλεί ένα αίσθημα κακομοιριάς και οίκτου: “… αυτούς που, απ’ την γκριζάδα τής καθημερινής ζωής, ακόμα και το χρώμα τής επιδερμίδας τους είχε γίνει γκρίζο.”[14]

Ένας βάλτος πηχτής άμμου, υγρής και κολλώδους σαν αυτήν που κυριαρχεί στο σπίτι τής γυναίκας τής άμμου, όχι όπως τη συναντάμε γενικά στη φύση, αυχμηρή και πυρωμένη από τον ήλιο, ήταν συνολικά η καθημερινότητα από την οποία διέφυγε ο Νίκι με την πρόφαση των εντομολογικών του αναζητήσεων. Από το αμμοαργιλώδες έδαφος τής αστικής καθημερινότητάς του, ο Νίκι προσγειώθηκε βάναυσα στην αμμοσκέπαστη – εξίσου ή ακόμη πιο δυναστική – καθημερινότητα τού σύμπαντος τής γυναίκας τής άμμου. Είτε έτσι είτε αλλιώς, ο Νίκι θα αντιληφθεί σύντομα, ότι όσες απόπειρες κι αν κάνει για να απελευθερωθεί το έντομο που βρίσκεται παγιδευμένο στο δίχτυ τής αράχνης – ή στο δίχτυ τής άμμου, το ίδιο κάνει, – είναι καταδικασμένο να παραμείνει δέσμιο της ίδιας με πάντα φυλακής:

Αυτό που υπάρχει στην πραγματικότητα είναι ταπεινές Κυριακές σε μικρές πόλεις, όπου κάποιος παίρνει τον υπνάκο του κάτω απ’ τις πολιτικές στήλες μιας εφημερίδας, που το χαρτί της βγάζει μυρουδιά σαν από καπνό μπαρούτης… Βάρκες για νοίκιασμα, εκατόν πενήντα γεν την ώρα, όπου μπαίνεις αφού σταθείς στην ουρά, και παραλίες με μολυβένιους αφρούς που αναβλύζουν απ’ τα πτώματα των ψόφιων ψαριών… Και στο τέλος, ένα υπερπλήρες ηλεκτρικό τρένο, που έχει αρχίσει να σαπίζει από την κούραση. Αν και όλοι τα ξέρουν αυτά, κανένας δεν θέλει να παραδεχτεί ότι υπήρξε ένας βλάκας που εξαπατήθηκε. Όλοι ζωγραφίζουν με ενθουσιασμό πάνω σ’ αυτόν τον γκρίζο καμβά την απομίμηση μιας φανταστικής γιορτής. Θλιβεροί, αξύριστοι πατεράδες, που ταρακουνώντας παιδιά που κλαψουρίζουν, προσπαθούν να τα κάνουν με το ζόρι να πουν τι ωραία Κυριακή που ήταν… Μικρές σκηνές που ο καθένας έχει δει στη γωνιά κάποιου ηλεκτρικού τρένου…[15]

Ναι, η σύγχρονη πόλη με τις μικροανέσεις της, η υπαλληλική δουλειά με το πενιχρό αλλά σταθερό της εισόδημα, το σπίτι που αγοράσθηκε από τις οικονομίες ετών, η οικογένεια με τις μικρές καθημερινές, αέναα επαναλαμβανόμενες ρουτίνες της, ο αξύριστος πατέρας, τα μονίμως κακόκεφα παιδιά με τις τσιρίδες τους, το αυτοκίνητο της οικογένειας κι οι οικογενειακές ημερήσιες εκδρομές στη θάλασσα τις Κυριακές – αυτά δεν είναι μήπως τα βασικά συστατικά στοιχεία από τα οποία μπορούν να ζωγραφιστούν τα εκατομμύρια διαφορετικά, αλλά τόσο όμοια μεταξύ τους, πορτρέτα των κοινών, καθημερινών ανθρώπων τού σήμερα; Αυτό δεν είναι όλο κι όλο το ‘όνειρο’ – καπιταλιστικό, εμπορευματικό, καταναλωτικό ή άλλο, – από το οποίο προσπαθεί να πιαστεί απεγνωσμένα ο καθένας μας, θέλοντας να γεμίσει μία κατά τ’ άλλα βαρετή, αδιαφοροποίητη και μάταιη ύπαρξη με ένα κάποιο περιεχόμενο; Απ’ αυτά δεν γραπώνεται ο καθένας μας, βαυκαλιζόμενος ότι συμμετέχει κι αυτός στη μεγάλη ‘γιορτή’ τής ζωής; Όμως, φευ, πρόκειται δυστυχώς μόνο για μία ‘απομίμηση μιας φανταστικής γιορτής’, ζωγραφισμένης ακαλαίσθητα πάνω στον ‘γκρίζο καμβά’ τής επανάληψης και της ρουτίνας.

Είναι μία κοινωνία ταγμένη στο κυνήγι της ευχαρίστησης και της εμπειρίας κι επομένως, μία κοινωνία τής ελπίδας, της προσμονής, του μέλλοντος, του μόχθου και τελικά της φθοράς, της διάψευσης, της κόπωσης και της τελικής κατάρρευσης. Ο Νίκι τα διαισθάνθηκε όλα αυτά. Και τράπηκε σε άτακτη φυγή από το λαγούμι, το γεμάτο άμμο, μέσα στο οποίο βρισκόταν θαμμένος μέχρι τον λαιμό. Παρασυρμένος αυτήν τη φορά από την ουτοπία μίας άλλης άμμου, διαφορετικής, χωρίς μορφή και σχήμα, που ρέει ακατάπαυστα, μακριά από κάθε πρωτόκολο και κανόνα, ξένης προς κάθε προσκόλληση και σταθερότητα.

Γιατί τελικά υπάρχει και μία άλλη άμμος, ξένη προς οτιδήποτε το ανθρώπινο, αυτή που συναντάται μόνο στη φύση, μακριά από την ανθρώπινη κοινωνία και τις βρομιές της, αυτή που κατά βάση αποτελείται από κόκκους με μέση διάμετρο 1/8 του χιλιοστού. Δίπλα σ’ αυτήν την άμμο, “όλα τα πράγματα που έχουν μορφή είναι αβέβαια και μάταια. Μόνη βεβαιότητα η ροή τής άμμου, που αρνείται όλες τις μορφές.”[16] Αυτήν την ελεύθερη κι ανεμπόδιστη ροή ονειρεύεται ο Νίκι. Αντιλαμβάνεται ότι κι αυτός, όπως όλοι, πέρασε τη ζωή του μέχρι σήμερα, προσπαθώντας να προσκολληθεί πάση θυσία στην ψεύτικη ‘ελευθερία’ τού να μη χρειάζεται να κάνει την οποιαδήποτε κίνηση! Κι έτσι, όπως κι όλοι οι συνάδελφοί του, όπως κι όλοι οι άλλοι άνθρωποι, βάλτωσε μέσα στον μικρόκοσμο σιγουριάς κι ασφάλειας που είχε δημιουργήσει για τον εαυτό του: “Η άμμος… Η αιώνια, χωρίς τέλος ροή, του 1/8 χιλιοστού… Η αιώνια κινούμενη άμμος είναι το αναποδογυρισμένο πορτρέτο του μέσα στο αρνητικό φιλμ τής προσκόλλησης στην ελευθερία τού να μη χρειάζεται πια να κινείται.”[17] Ο Νίκι γνωρίζει πολύ καλά τα μορφολογικά χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες της άμμου ως στέρεου σώματος, ως στοιχείου τής φύσης. Τα προβάλλει στο επίπεδο της ανθρώπινης ύπαρξης και πιστεύει πως αυτή είναι η λύση που μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην πολυπόθητη ελευθερία: “Μια ροή 1/8 χιλιοστού… Ένας κόσμος όπου η κατάσταση αυτή καθαυτήν είναι η ύπαρξη… Αυτή η ομορφιά του θανάτου που περνάει μέσα από την τεράστια δύναμη καταστροφής που διαθέτει, μέσα από το μεγαλείο των ερειπίων της.”[18] Η άμμος στην πραγματικότητα είναι το συνώνυμο της μη-προσκόλλησης. Και της διαρκούς καταστροφής. Είναι από μόνη της ‘αυτή καθαυτήν η ύπαρξη’, χωρίς τις αλλεπάλληλες επιστρώσεις βλαπτικών στοιχείων, που έχουμε την τάση να συσσωρεύουμε εσωτερικά. Είναι η ζωή που ρέει ακατάπαυστα, που δεν γνωρίζει εμπόδιο, που δεν προσκολλάται σε τίποτε απολύτως, ούτε σε πρόσωπο ούτε σε πράγμα – μία ζωή, σε τελική ανάλυση, που είναι η μόνη που μπορεί να εγγυηθεί την ευτυχία στον άνθρωπο. Υπ’ αυτήν την έννοια, “Τελικά η αφετηριακή του σκέψη, ότι η άμμος δεν είναι παρά η άρνηση της σταθερότητας, δεν ήταν παράλογη.”[19] Η άμμος είναι η μεταφορά μίας ανθρώπινης συνείδησης η οποία δεν γαντζώνεται πουθενά και γι’ αυτό, παραμένει ανά πάσα στιγμή καθαρή από κάθε σκουπίδι που κατασκεύασε ο άνθρωπος κι η σκέψη του: “Πώς να σ’ το πω, να, η άμμος είναι το άλλο όνομα της καθαρότητας.”[20] Ο Νίκι γνωρίζει πολύ καλά, ότι απ’ αυτήν την αρρώστια της προσκόλλησης ξεκινούν όλα τα δεινά από τα οποία υποφέρει ο άνθρωπος. Μπορεί η άμμος να φαντάζει εχθρική προς τη ζωή, όμως μήπως ακόμη και μέσα σ’ αυτήν δεν αναπτύσσονται ορισμένες μορφές ζωής; Σίγουρα, θα πρέπει να είναι πιο ευτυχισμένες από εμάς. Θα άξιζε τον κόπο να κάνουμε μία προσπάθεια να αποτινάξουμε το καθετί από πάνω μας, κάθε σταθερότητα και προσκόλληση και να δοκιμάσουμε να ζήσουμε σαν τα μικροσκοπικά ζωύφια που έχουν κάνει την άμμο σπίτι τους. Σε ποιο έδαφος θα μπορούσε ακόμη τότε να ευδοκιμήσει ο ανταγωνισμός, το μίσος κι η βαρβαρότητα μεταξύ των ανθρώπων;

Σίγουρα η άμμος είναι ακατάλληλη για τη ζωή. Όμως και η σταθερότητα είναι τάχα τόσο απόλυτα απαραίτητη γι’ αυτή; Μήπως δεν είναι ακριβώς η προσπάθεια της προσκόλλησης σε κάτι σταθερό, από την οποία ξεκινάει ο μισητός ανταγωνισμός; Αν εγκαταλείπαμε τη σταθερότητα κι αφηνόμασταν εντελώς στη ροή τής άμμου, τότε σίγουρα κι ο ανταγωνισμός δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Πραγματικά, ακόμα και στην έρημο ανθίζουν λουλούδια και ζουν έντομα ή άλλα ζώα. Πρόκειται για πλάσματα που, χρησιμοποιώντας την ισχυρή τους ικανότητα προσαρμογής, κατόρθωσαν να ξεφύγουν από τη σφαίρα τού ανταγωνισμού. Για παράδειγμα, όπως η οικογένεια των κολεοπτέρων του.[21]

Αν μπορούσαμε μόνο να αποδιώξουμε από μέσα μας την ψευδαίσθηση της σταθερότητας και της ασφάλειας, αν μπορούσαμε να απελευθερωθούμε από την τυραννική ιδέα τού ‘σπιτιού’ και του ‘πατρικού χώματος’, τότε δεν θα χρειαζόταν και να παλεύουμε διαρκώς με το οτιδήποτε. Τότε θα ήμασταν πραγματικά ελεύθεροι: “Αν απελευθερωθούμε από την ιδέα τού σταθερού σπιτιού, τότε δεν θα χρειάζεται να σπαταλάμε μάταιες προσπάθειες ούτε στην πάλη με την άμμο… Ένα σπίτι που ρέει, χωριά και πόλεις δίχως μορφή.”[22]

Pin by Maria Host-ivessich on Cinematic | Dune film, Japanese film, Best  classic movies

Αυτήν την ουτοπία τής ελευθερίας και της καθαρότητας αναζητούσε ο Νίκι. Απομακρύνθηκε από τη ρηχή αστική καθημερινότητά του, για να διαπιστώσει πολύ γρήγορα ότι πιάστηκε και πάλι στην παγίδα μιας νέας εξιδανίκευσης. Όπως είχε πέσει για παράδειγμα κατ’ επανάληψη και στην παγίδα τής ουτοπίας τού σεξ και του πάθους, όσο ακόμη βρισκόταν στην πόλη: “Δεν ήταν τόσο ότι έχασαν το αρχικό πάθος, αλλά μάλλον ότι μέσα από την υπερεξιδανίκευση του πάθους, τελικά το πάγωσαν.”[23] Έτσι κι η νέα του προβολή τής εξιδανικευμένης άμμου, αυτής που δεν γνωρίζει ξεκούραση κι απάγκιο, αλλά μόνο αέναη κίνηση κι ελευθερία, γρήγορα αποδείχθηκε μία νέα, ακόμη πιο τερατώδης παγίδα κινούμενης άμμου, που τον ενέταξε βάναυσα στη δική της ψυχρή, μηχανική, ζωώδη επαναληπτικότητα: “Μόλο που ο άντρας ένιωθε κάποια ικανοποίηση από την επαναλαμβανόμενη πάλη με την άμμο και από τη χειρωνακτική δουλειά που είχε γίνει πια καθημερινή ρουτίνα, δεν θα μπορούσε να τον πει κανείς μαζοχιστή. Δεν είναι ιδιαίτερα περίεργο ότι υπάρχει ένας τέτοιος τρόπος θεραπείας.”[24]

Ο Νίκι εξαπατήθηκε και πάλι. Με την πρόφαση των εντόμων και της ‘άλλης άμμου’, “… θέλησε, έστω και προσωρινά, να ξεφύγει απ’ την έλλειψη σκοπού στη ζωή του κι απ’ τα βάσανα ακριβώς κάποιων ευθυνών,”[25] ενώ αυτό που συνέβη στην πραγματικότητα ήταν ότι “Απρόσεχτα, είχε παρασυρθεί απ’ το μαύλισμα του κολεόπτερου, σαν κανένα πεινασμένο ποντίκι είχε οδηγηθεί στο βάθος τής ερήμου, εκεί απ’ όπου δεν υπήρχε πια κανένας τρόπος διαφυγής…”[26] Κι εκεί, στο βυθισμένο στην άμμο σπίτι τής μυστηριώδους γυναίκας, γρήγορα θα βρει τον εαυτό σιδεροδέσμιο μίας ακόμη πιο αδυσώπητης – χειρωνακτικής αυτήν τη φορά – εργασιακής και υπαρξιακής σκλαβιάς: “Η ύπαρξή του είχε ίσως ήδη περαστεί σε κάποιον κατάλογο ανταλλακτικών, σαν ένα από τα πολλά γρανάζια που κινούν την καθημερινότητα αυτού του τόπου.”[27]

Τελικά, ο Νίκι θα κατανοήσει με τον πιο ανοικτίρμονα τρόπο, ότι είτε έτσι είτε αλλιώς, είτε δημόσιος υπάλληλος στην πόλη, είτε ισόβιος χειρώνακτας στο απομονωμένο χωριό τής άμμου, ο άνθρωπος παραμένει υποτελής των αιώνιων νόμων τής επανάληψης, της ρουτίνας, της καθημερινότητας, της ανίας, της δουλειάς που είναι συνώνυμη της δουλείας, της οικογένειας, των παιδιών, της επιθυμίας, του σεξ, του χρήματος, του χωριού και του ‘πατρικού χώματος’, της πατρίδας… Πολύ μακριά από την πόλη πια, φυλακισμένος ισόβια στο απομονωμένο χωριό τής άμμου, ο Νίκι μπορεί να φανταστεί το τι ακριβώς θα επικρατεί και στο εσωτερικό των αποκρουστικών χαμόσπιτων των χωρικών που δίνουν τη διαρκή μάχη τής επιβίωσης με την άμμο: “Και μετά, σκορπισμένα ανάμεσα σ’ αυτά, υπάρχουν κέρματα των εκατό γεν, κατοικίδια ζώα, παιδιά, σεξουαλικές επιθυμίες, γραμμάτια, μοιχείες, λιβανιστήρια, αναμνηστικές φωτογραφίες. Μια επανάληψη τόσο τέλεια που μοιάζει τρομακτική.”[28] Για ποιον λόγο όλα αυτά; “Κατά κάποιο τρόπο, όλα έμοιαζαν μια φοβερή ματαιότητα.”[29]

Κι όμως, σ’ αυτήν την ανόητη και μάταιη ύπαρξη, με τις αμέτρητες μορφές δουλείας της, με τους καταναγκασμούς και την ανία της, προσκολλάται τελικά ο καθένας μας. Στην αρχή ο Νίκι επαναστατεί. Αδυνατεί να καταλάβει πώς είναι δυνατόν η γυναίκα τής άμμου να έχει αποδεχτεί τόσο στωικά τη ζωή σκλάβας στην οποία την έχουν καταδικάσει ‘το πατρικό της χώμα’ κι οι συγχωριανοί της:

Σκοπεύει τάχα να κάνει κι από ‘δώ και πέρα, συνέχεια, μια τέτοια ζωή;… Απ’ έξω, αυτός ο τόπος μπορεί να φαίνεται μια μικρή λουρίδα γης̇ κοιτάζοντας όμως απ’ τον πυθμένα τής τρύπας, τίποτε άλλο δεν αντικατοπτρίζεται στα μάτια παρά μόνο η άπειρη άμμος και ο ουρανός… Μια μονότονη ζωή, φυλακισμένη μέσα στα μάτια.[30]

Νιώθει αρχικά “Οργή γι’ αυτό που κρατούσε έτσι δεμένη τη γυναίκα, οργή και για την ίδια τη δεμένη γυναίκα. “Αν φτάνουν μέχρι εκεί, γιατί να προσκολληθείς σώνει και καλά σ’ ένα τέτοιο χωριό; Δεν το καταλαβαίνω.” ”[31]

Woman in the Dunes (Day 68) | Feed Me Subtitles

Ταυτόχρονα, ωστόσο, νιώθει και ενοχές για ένα είδος ζήλειας που διαπιστώνει μέσα του για τη μυστηριώδη εκείνη δύναμη που κρατά τη γυναίκα τής άμμου προσκολλημένη σ’ αυτό που για τον ίδιο, αναμφίβολα, μοιάζει με εφιάλτη:

Έχοντας τεντωμένο το αυτί στην παρουσία τής γυναίκας, είχε ένα λίγο πολύ ένοχο συναίσθημα, μήπως όλη αυτή η επιδεικτική, μεγαλοπρεπής πόζα μπροστά της δεν ήταν κατά βάθος παρά ζήλεια προς αυτό που κρατούσε δεμένη τη γυναίκα, ή τελικά επιθυμία η γυναίκα να παράταγε τη δουλειά και να πήγαινε κρυφά στο στρώμα του.[32]

Κατανοεί μερικώς μόνο τον μηχανισμό τής προσκόλλησης: προσκολλώμαστε σε ένα εκατομμύριο πράγματα, γιατί έτσι έχουμε την ψευδαίσθηση ότι κάτι κατέχουμε. Ότι υπάρχει κάποιο σοβαρό διακύβευμα εάν κάποτε τα χάσουμε. Στην ψευδαίσθηση της κατοχής των πραγμάτων στα οποία προσκολλώμαστε με μανία βρίσκουμε το νόημα και το περιεχόμενο που ελπίζουμε ότι θα αποτελέσει το αντίβαρο μίας εκ των πραγμάτων κενής νοήματος και σκοπού ύπαρξης:

Ωστόσο, δεν μπορούσε να καταλάβει… Γιατί τάχα η γυναίκα έπρεπε να είναι τόσο πολύ προσκολλημένη σ’ εκείνο το ποτάμι του άλλου κόσμου, όπου ζούσε, αυτό του ήταν εντελώς αδύνατο να το καταλάβει… Το “πνεύμα αγάπης για τον τόπο σου”,  το καθήκον, όλα αυτά τότε μόνο αποκτούν νόημα όταν ξέρεις ότι, πετώντας τα, μαζί μ’ αυτά θα χάσεις και κάτι άλλο… Αυτή, λοιπόν, τι επιτέλους είχε να χάσει;[33]

Αρνούμαστε να δεχτούμε ότι πουθενά στον κόσμο αυτόν δεν υπάρχει σταθερότητα. Ότι τα πάντα είναι άμμος, ρέουσα κι αεικίνητη, ασταθής και άμορφη, στερεή κι όμως υγρή, άυλη κι όμως τόσο υλική. Χτίζουμε το φαντασιακό μας κάστρο με μόνο σκοπό την ασφάλεια και, όπως είναι φυσικό, γρήγορα αντιλαμβανόμαστε ότι βρισκόμαστε αλυσοδεμένοι στο ίδιο αυτό κάστρο που εμείς χτίσαμε.

Σταδιακά, και ένας τέτοιος οικειοθελής εγκλεισμός, αρχίζει να φαντάζει πιθανός ή έστω σχετικά εξηγήσιμος στο μυαλό τού Νίκι: “Σήμαινε τάχα αυτό ότι δεν ήταν λίγοι εκείνοι που είχαν πια κάθε επιθυμία για φυγή; Ότι μπορούσε να υπάρξει και μια τέτοια ζωή, δεν ήταν βέβαια ακατανόητο.”[34]

Όμως, ο Νίκι συνεχίζει να αντιδρά στη φαταλιστική υποταγή του σε ένα τόσο ζοφερό πεπρωμένο. Επιχειρεί επανειλημμένα να αποδράσει και, κάποια στιγμή, με τη βοήθεια και της τύχης, το καταφέρνει. Βρίσκεται επιτέλους μακριά από την αμμώδη γούρνα στην οποία τον είχα παγιδεύσει. Η ελευθερία αρχίζει και πάλι να φαντάζει πιθανή. Περιπλανάται μόνος, χωρίς πυξίδα, μέσα στην ατελείωτη αμμώδη έρημο που, όπως φαίνεται, περιβάλλει το χωριό σε μία ακτίνα ατελείωτων χιλιομέτρων. Πιστεύει ακόμη στο όνειρο και στην ουτοπία. Συνεχίζει να διατηρεί μέσα του τον μηχανισμό τής εξιδανίκευσης, τον μόνο που μπορεί ίσως να κάνει τον άνθρωπο να θέλει να συνεχίσει να ζει. Εξακολουθεί να αναζητεί την άλλη άμμο. Εκείνη που μπροστά της λύγισαν ακόμη και οι αρχαίες ένδοξες πόλεις: “Οι αρχαίες πόλεις, που από κανενός το νου δεν περνούσε καν η σκέψη ν’ αμφιβάλλει για την ακινησία τους… Κι όμως, τελικά, ούτε αυτές μπόρεσαν να νικήσουν το νόμο τής ρέουσας άμμου, της άμμου με τη διάμετρο του 1/8 του χιλιοστού…”[35] Για λίγο ακόμη ο Νίκι θα συνεχίσει να προσπαθεί να γίνει σαν αυτήν την άλλη άμμο, την εξιδανικευμένη αλλά ταυτόχρονα και την τόσο υπαρκτή, την παρατηρήσιμη παντού γύρω, στην καταστροφική αλλά και τόσο γοητευτική δράση της. Θα κάνει μία ακόμη προσπάθεια να μεταβεί στην υπαρξιακή κατάσταση της ρέουσας άμμου, εκεί όπου ο παράγοντας της προσκόλλησης έχει εκριζωθεί οριστικά, εκεί όπου μαζί με την προσκόλληση έχει εξαφανιστεί και κάθε ανθρώπινη παρουσία, ο εφιάλτης τού άλλου – της γυναίκας, του συναδέλφου, του συγχωριανού – ο εφιάλτης της εξάρτησης, των εργασιακών και παραγωγικών σχέσεων, της αμοιβής και της εκμετάλλευσης, του σεξ και του πάθους, της αγάπης και του χωρισμού… Ο Νίκι δεν έφυγε μόνο από την πόλη όπου έμενε. Δεν εγκατέλειψε απλώς τη δουλειά του και τους βλάκες συναδέλφους του. Δεν θέλησε μόνο ν’ απαλλαγεί από τα δεσμά της εργένικης ζωής και των ελευθερίων ηθών του, με όλη τη διάψευση και την απογοήτευση που αυτά του έφεραν. Δεν θέλησε απλώς να διακόψει τη συγκεκριμένη καθημερινότητα, τη συγκεκριμένη ρουτίνα τής παλιάς ζωής του. Θέλησε να απαλλαγεί άπαξ δια παντός κι από τα δεσμά τού ‘χωριού’ και των ‘πατρικών χωμάτων’ σε κάθε τους μορφή̇ θέλησε να απελευθερωθεί κι από την κάθε μορφή ανόητης προσκόλλησης, με μόνη εξαίρεση ίσως το κάπνισμα. Επιθύμησε μ’ άλλα λόγια διακαώς την απόλυτη, αδιαπραγμάτευτη, απεριόριστη ελευθερία που όλοι μας αναζητούμε και, κατά έναν περίεργο τρόπο, ποτέ δεν καταφέρνουμε να βρούμε.

Και ο Νίκι, στο τέλος θα χάσει. Παραδόξως, κάθε μας κίνηση, σωματική ή πνευματική, ακόμη κι η πιο ανεπαίσθητη, κάθε επιθυμία, κάθε λιγότερο ή περισσότερο διακαής πόθος μας, κάθε σχεδιασμός, οσοδήποτε προσεκτικά κι αν έχει γίνει, κάθε μας επανάσταση, κάθε εξέγερση, αναπόφευκτα μας οδηγούν πάντα πίσω στο ίδιο σκοτεινό κελί μας. Μοιάζει με ένα παιχνίδι στημένο εκ προοιμίου εις βάρος μας, στο οποίο, όποια κίνηση κι αν κάνουμε, είμαστε καταδικασμένοι να χάσουμε. Να πρόκειται για μία παγίδα; Ή μήπως απλά δεν σχεδιάσαμε εμείς κάτι σωστά; Σίγουρα θα πρέπει να υπάρχει μία λύση σ’ αυτόν τον γρίφο. Μπορεί κάτι να μας διαφεύγει. Εμείς πάντως κάναμε την προσπάθεια. Παλέψαμε μόνοι εναντίον όλων. Δεν υποταχθήκαμε. Αντισταθήκαμε σθεναρά, επαναστατήσαμε, προσπαθήσαμε να αφυπνίσουμε κι άλλες συνειδήσεις. Δεν τα καταφέραμε. Προφανώς, η συνείδηση του κόσμου βρίσκεται ακόμη σε ένα πολύ πρώιμο στάδιο ανάπτυξης. Τελικά, ακόμη κι η γυναίκα τής άμμου – ακόμη ακόμη κι οι ίδιοι οι άξεστοι χωριάτες, αυτοί που τόσο άνανδρα μας παγίδευσαν στο λαγούμι τής άμμου – δεν είναι ίσως τόσο αποτρόπαιοι όσο πιστέψαμε αρχικά. Έχουμε πολύ χρόνο μπροστά μας. Κι αν αυτή η επανάσταση απέτυχε, κανείς δεν μας λέει, ότι θα πρέπει να αποτύχουν κι όλες οι επόμενες που θα επιχειρήσουμε. Προς το παρόν, αυτό που προέχει είναι να ανασυνταχθούμε. Οπωσδήποτε, να ανακτήσουμε τις δυνάμεις μας. Να σχεδιάσουμε προσεκτικότερα. Προπαντός, ας αφήσουμε τα νερά να ηρεμήσουν λίγο. Ας μην ρίξουμε κι άλλο λάδι στη φωτιά. Να προσπαθήσουμε να τους πάρουμε με το μέρος μας. Δεν θα ήταν μήπως καλή ιδέα, στο μεταξύ διάστημα, να επιχειρήσουμε ακόμη και να τους εκπολιτίσουμε; Η επιστήμη είναι πάντα ένα καλό φάρμακο για όλους.

Δεν υπήρχε ιδιαίτερη ανάγκη να βιαστεί ν’ αποδράσει. Στο εισιτήριο μετ’ επιστροφής που τώρα πια κρατούσε στα χέρια του, τα σημεία όπου αναγράφονται ο προορισμός και ο χρόνος αναχώρησης ήταν κενά, για να συμπληρωθούν ελεύθερα από τον ίδιο. Επιπλέον, αντιλαμβανόταν ότι η καρδιά του ήταν έτοιμη να σπάσει απ’ την επιθυμία να μιλήσει σε κάποιον για την κατασκευή συγκέντρωσης νερού. Κι αν μιλούσε, δεν θα μπορούσαν ίσως να υπάρξουν καλύτεροι ακροατές από τούτους εδώ τους χωρικούς. Αν όχι σήμερα, πιθανόν αύριο, ο άντρας σίγουρα θα το αποκάλυπτε σε κάποιον.

Όσο για τον τρόπο απόδρασης, καλύτερα θά ‘ταν να σκεφτεί σχετικά ίσως τη μέρα μετά απ’ αυτό.[36]

Δηλούσα: ΝΙΚΙ Σίνο

Εξαφανισθείς: ΝΙΚΙ Τζουν’πέι

Ημερομηνία γεννήσεως: 2ο έτος της Showa [1927]

  3ος μήνας, 7η ημέρα

Απόφασις

Ο εξαφανισθείς ΝΙΚΙ Τζουν’πέι κηρύσσεται

σε αφάνεια.

5 Οκτωβρίου 1962

Δικαστήριον Οικογενειακών Υποθέσεων

Ο Δικαστής

Late to the Party: Kōbō Abe's 'The Woman in the Dunes' - Electric Literature

_______________________

Σημειώσεις

[1] Kōbō Abe, Η γυναίκα τής Άμμου, Αθήνα: Άγρα, σ. 31.

[2] Ό.π., σ. 56.

[3] Ό.π., σ. 204.

[4] Ό.π., σ. 179.

[5] Ό.π., σ. 81.

[6] Ό.π., σ. 181.

[7] Ό.π., σ. 268.

[8] Ό.π.

[9] Ό.π., σ. 84.

[10] Ό.π., σ. 57. Το hunmiyo είναι το σπάνιο είδος κολεόπτερου, σε αναζήτηση του οποίου περιπλανάται ο Νίκι στην επικίνδυνη αμμώδη περιοχή, όπου τελικά τον παγιδεύουν οι κάτοικοι τού χωριού.

[11] Ό.π., σ. 98.

[12] Ό.π., σ. 100.

[13] Ό.π., σ. 99.

[14] Ό.π., σ. 119.

[15] Ό.π., σσ. 119-120.

[16] Ό.π., σ. 60.

[17] Ό.π., σ. 110.

[18] Ό.π., σσ. 210-211.

[19] Ό.π., σ. 210.

[20] Ό.π., σ. 46.

[21] Ό.π., σ. 33.

[22] Ό.π., σ. 61.

[23] Ό.π., σ. 123.

[24] Ό.π., σ. 244.

[25] Ό.π., σ. 59.

[26] Ό.π., σ. 69.

[27] Ό.π., σ. 141.

[28] Ό.π., σ. 204.

[29] Ό.π., σ. 150.

[30] Ό.π., σ. 84.

[31] Ό.π., σσ. 58-59.

[32] Ό.π., σ. 59.

[33] Ό.π., σ. 219.

[34] Ό.π., σ. 204.

[35] Ό.π., σ. 60

[36] Ό.π., σ. 272.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s