Κάρλο Μίκελστετερ (1887-1910) – Πειθώ και Ρητορική

(Άρθρο που δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό fractal, στις 27.9.2017.
https://www.fractalart.gr/carlo-michelstaedter/

Πειθώ και Ρητορική. Ο βασικός άξονας της σκέψης του Κάρλο Μίκελστετερ (1887-1910) αποτελείται από τις έννοιες Πειθώ και Ρητορική (Persuasione/Rettorica), από τις οποίες προέρχεται κι ο τίτλος της διδακτορικής του διατριβής και του μοναδικού ολοκληρωμένου βιβλίου που έγραψε, το οποίο σήμερα θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά φιλοσοφικά έργα τού 20ού αιώνα: Πειθώ και Ρητορική.

Η απαρχή της Ρητορικής, σύμφωνα με το Μίκελστετερ εντοπίζεται στον Πλάτωνα κι ειδικότερα, στα έργα του Φαίδρος και Πολιτεία, με τα οποία για πρώτη φορά “ο Έλληνας φιλόσοφος απέδωσε οντολογική υπόσταση στις ιδέες [concepts], εγκαθιδρύοντας έτσι, μια για πάντα, το διαχωρισμό μεταξύ γνώσης και ζωής”.[1] Με τον Αριστοτέλη, η πλατωνική αυτή παρανόηση αποκτά πανδημικές διαστάσεις, με τη δημιουργία ενός ολόκληρου συστήματος αφηρημένων ουσιαστικών και ιδεών, χωρίς καμία αντιστοίχισή τους σε απτά αντικείμενα του πραγματικού κόσμου: “Επέτρεψε [ο Αριστοτέλης] στις λέξεις να του υποβάλλουν ιδέες, μ’ άλλα λόγια, δεν ήταν [πια] η σκέψη του αυτή που προκαλούσε το γράψιμό του, αλλά το γράψιμό του που προκαλούσε τη σκέψη του”.[2]

Αυτό το χάσμα μεταξύ λέξης–πράγματος, γνώσης–ζωής, ανθρώπινης νόησης–πραγματικότητας υπέπεσε πρώιμα στην προσοχή του νεαρού κι ευφυούς Μίκελστετερ κι ανάλωσε το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειάς του, για το σύντομο υπόλοιπο της ζωής του. Ορμώμενος από τη βασική αυτή αντίφαση, την επεξέτεινε αριστοτεχνικά στο σύνολο της κοινωνίας και της ανθρώπινης ύπαρξης.

Σε γενικές γραμμές, Ρητορική σημαίνει την υποκρισία, τη διάσταση μεταξύ λόγων και έργων, την έλλειψη αυθεντικότητας. Η Πειθώ αντιθέτως, πραγματώνεται όταν ο άνθρωπος βρίσκεται πια σε αρμονία με τον εαυτό του και τον κόσμο, έχοντας υπερβεί την ανθρώπινη συνθήκη τής διαρκούς επιθυμίας και του πόνου που αυτή συνεπάγεται. Πειθώ σημαίνει, ότι τα επιμέρους κατακερματισμένα μέρη έχουν πια ‘πεισθεί’ για την αναγκαιότητα της ενότητάς τους, – ή καλύτερα, – για την αναγκαιότητα της μη παρέκκλισής τους από την αρχική ενότητα που τα διέπει. Τότε μόνο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για το ανθρώπινο ον ο όρος ‘ά-τομο’ [αυτό που δεν επιδέχεται περαιτέρω διαίρεση].

[βλ. Παράρτημα 5 – Παρμενίδης]

Επιθυμία. “Ώστε, ένα πράγμα είναι δικό μας, μόνον επειδή το χρειαζόμαστε, μόνο και μόνο γιατί το χρησιμοποιούμε και ποτέ δεν θα χρησιμοποιούσαμε έτσι τα πράγματα της ζωής, εάν δεν επιθυμούσαμε μόνιμα κάτι, εάν (κατείχαμε) τη ζωή μέσα μας. Λοιπόν, δεν κατέχουμε ποτέ τη ζωή, την προσμένουμε πάντα στο μέλλον, την αναζητούμε στα πράγματα που μας είναι ευχάριστα, γιατί αυτά “περιέχουν για ‘μάς το μέλλον”, παρότι και σ’ αυτό το μέλλον θα είμαστε εξίσου απογυμνωμένοι από κάθε παρόν και θα στρεφόμαστε και πάλι διψασμένα προς τα ευχάριστα πράγματα, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσουμε την ακόρεστη πείνα μας και να μας λείπουν και πάλι τα πάντα. Κι ούτω καθεξής, μέχρις ότου ο θάνατος να μας στερήσει το σκληρό αυτό παιχνίδι, παρόλο που δεν ξέρω από τί ακριβώς μας στερεί τελικά, αφού τίποτε δεν έχουμε στην πραγματικότητα”.[3]

Σχήμα 1: Το ανθρώπινο αδιέξοδο κατά τον Κάρλο Μίκελστετερ

Ζωή σημαίνει εξ ορισμού ανάγκη.[4] Δια της επιθυμίας, ο μηχανισμός τής σκέψης προβάλλει διαρκώς ανάγκες – πραγματικές ή εικονικές – σε μία μακρινή, μελλοντική στιγμή. Γιατί, πέραν των πραγματικών – πρωτίστως βιολογικών – αναγκών μας, πρέπει να προβάλλουμε στο μέλλον και κάποιες άλλες, εικονικές κι επίπλαστες; Ίσως γιατί ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει την τάση να συγχέει το πραγματικό με το ιδεατό, ιδιαίτερα ο εγκέφαλος του σύγχρονου, δυτικού ανθρώπου, με την πολυπλοκότητα των κοινωνικών και ψυχολογικών δομών που έχει αναπτύξει. Ίσως γιατί κάποια στιγμή, ο homo sapiens δεν μπορούσε πλέον ν’ αρκεστεί σε μία ζωή βασισμένη αποκλειστικά και μόνο στον αέναα επαναλαμβανόμενο κύκλο ‘βιολογική ανάγκη – αναζήτηση του πράγματος που θα την ικανοποιήσει – βιολογική ανάγκη κ.ο.κ.’ και θέλησε να δημιουργήσει μέσα του μία φαινομενικά πιο μόνιμη και συμπαγή ταυτότητα, ικανή να ‘εγγυηθεί’ την ικανοποίηση όλο και πιο σύνθετων ή ‘ανώτερου’ επιπέδου ‘αναγκών’, προβεβλημένων σε ένα μακρινό, συνήθως ‘λαμπρό’, μέλλον: το Εγώ, η Συνείδηση, η persona, σύμφωνα με τον όρο του Μίκελστετερ.

Η τραγωδία τής ζωής κατά το Μίκελστετερ, έγκειται στο ότι αυτή ταυτίζεται με μία συνεχή αίσθηση ανικανοποίητου (οι δύο άνω κύκλοι τού Σχήματος 1 – ‘ΔΥΣΤΥΧΙΑ’ και ‘ΖΩΗ’).

Η – εύκολη – λύση τής αυτοχειρίας θα ήταν αφελής, σύμφωνα με το Μίκελστετερ: δίδοντας κανείς δυναμικά τέλος στο άχαρο αυτό παιχνίδι τής ζωής, ελπίζει πως θα εισέλθει επιτέλους στο πεδίο τής ‘ΕΥΤΥΧΙΑΣ’ (Σχήμα 1). Ωστόσο, ο ‘θάνατος’ αυτός πρέπει να συμβεί εν ζωή, όσο δηλαδή υπάρχει ακόμη ‘ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ’. Όχι η γεμάτη δυστυχία ανθρώπινη συνείδηση που γνωρίζουμε, αλλά μία ‘ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ’ ‘απουσίας αναγκών’ (ο κύκλος ‘ΘΑΝΑΤΟΣ’ τού Σχήματος 1 βρίσκεται ταυτόχρονα εντός του κύκλου τής ‘ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ’, αλλά και της ‘ΕΥΤΥΧΙΑΣ’, υπονοώντας μία κατάσταση απουσίας αναγκών, ενόσω κανείς είναι ακόμη ζωντανός).[5]

Ο άνθρωπος που επιθυμεί το (βιολογικό) θάνατό του, συνεχίζει προφανώς ακόμη να επιθυμεί κάτι! Δεν λειτουργεί ακόμη με γνώμονα την Πειθώ – δεν είναι ένας persuaso. Ο αληθινός persuaso ζει τη ζωή που του έχει δοθεί, κάθε στιγμή, στο ενεργό παρόν, χωρίς να επιθυμεί απολύτως τίποτε – ούτε τον ίδιο του το θάνατο, – σε κανενός είδους μέλλον ή επέκεινα. Έχει αποχωρήσει ηθελημένα – εν ζωή – από το ‘παιχνίδι’ τής ζωής. Είναι ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ και γι’ αυτό, ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ.

[Για τις επιρροές Δυτικών φιλοσόφων στη σκέψη του Μίκελστετερ, σε σχέση με την επιθυμία, βλ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1 – Τζάκομο Λεοπάρντι και ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 – Άρθουρ Σόπενχαουερ.

Για την ιδέα τού ‘εν ζωή θανάτου’, βλ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3 – Σούφικη ιστορία]

Persona. Αθεράπευτα παγιδευμένος στη μέγγενη αυτού του διαρκούς ανικανοποίητου που είναι η ζωή, ο άνθρωπος εισέρχεται εν αγνοία του στο Βασίλειο του Χρόνου: “Γυρίζει γύρω από το κυνήγι των μεμονωμένων αναγκών κι έτσι, αποφεύγει διαρκώς τον εαυτό του. Δεν είναι ικανός να κατέχει [possessτον εαυτό του, να έχει ως αποκλειστική αιτία ύπαρξής του τον εαυτό του, στο βαθμό που του είναι αναγκαίο το να αποδίδει αξία στην προσωπική του persona, η οποία προσδιορίζεται στα πράγματα και από τα πράγματα που αυτός χρειάζεται, ώστε να συνεχίσει να προχωρά. Διότι από τέτοιου είδους πράγματα είναι που ο άνθρωπος αποπροσανατολίζεται καθ’ οδόν κι εισέρχεται στο μονοπάτι τού χρόνου”.[6]

Επιθυμώ πράγματα, άρα υπάρχω. Δεν έχω σήμερα το πράγμα εκείνο που θα με έκανε πραγματικά ευτυχισμένο, αλλά μπορώ σίγουρα να το αποκτήσω σε κάποιο μέλλον, μακρινό ή κοντινό. Ή, σε ένα παρόμοιο επίπεδο: είμαι αυτό και θέλω να γίνω κάτι άλλο – καλύτερο, ανώτερο, ομορφότερο, πιο ευφυές. Πρέπει να προσπαθήσω, να ακολουθήσω μία συγκεκριμένη μέθοδο [ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ] και τότε, ίσως, κάποτε στο μέλλον, να ικανοποιήσω την επιθυμία μου [ΧΡΟΝΟΣ]. Στην κίνηση αυτή έχω δημιουργήσει και παγιώσει τον Εαυτό μου, το Εγώ, που μονίμως προβάλλει επιθυμίες στο μέλλον και πασχίζει να τις εκπληρώσει [PERSONA].

‘Όπου υπάρχει οποιοδήποτε είδος κατοχής, εκεί πρέπει να υπάρχει και η αρχή του εαυτού’ (Τζίντου Κρισναμούρτι, Εις Εαυτόν, Καστανιώτης, Αθήνα 1998, σ. 32).

Η ψευδαισθητική μας νοητική κίνηση από ένα στερημένο πραγμάτων και πληρότητας τώρα, προς ένα πλήρες πραγμάτων ή εσωτερικών πραγματώσεων μέλλον, πάντοτε μέσω ενός κάποτε [παρελθόν/μνήμη/εμπειρία], δημιουργεί μέσα μας την κατά Μίκελστετερ persona. Η ταύτιση με πράγματα, πρόσωπα, ιδέες, είναι η τροφή της· ο χρόνος είναι η ελπίδα της, το μέτρο της κι η συνθήκη γένεσης κι ύπαρξής της: “Η απατηλή Πειθώ, σύμφωνα με την οποία [κανείς] επιθυμεί πράγματα, ως έγκυρα αυτά καθαυτά κι ενεργεί σαν να επιδιώκει ένα συγκεκριμένο τέλος κι επιβεβαιώνει τον εαυτό του ως άτομο με λόγο ύπαρξής του τον ίδιο του τον εαυτό, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η βούληση [will] του εαυτού του στο μέλλον. Δεν βλέπει και δεν επιθυμεί τίποτε άλλο, παρά τον εαυτό του τον ίδιο”.[7]

Στην ακατάπαυστη επιθυμία του ανθρώπου, ο Μίκελστετερ διείδε τη γένεση της αυταπάτης τού χρόνου και, κατ΄ επέκταση, τού Εαυτού, της persona· και σ’ όλον αυτόν το δαιμονικό μηχανισμό, την άρνηση της Πειθούς, ή ισοδύναμα, την απαρχή τής Ρητορικής. Πρέπει κανείς να μπορεί να πεθαίνει κάθε στιγμή ως προς το ‘Εγώ’ του, εάν θέλει να ζει πραγματικά. Μόνο τότε έχει επιστρέψει στην άχρονη εκείνη κατάσταση, που ο Μίκελστετερ ονόμασε Πειθώ. Οι ομοιότητες της σκέψης του με αντίστοιχες ιδέες των Ανατολικών παραδόσεων – όπως του Βουδισμού,[8] του Σουφισμού, του Ταοϊσμού – γίνονται περισσότερο από προφανείς.

[Βλ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4 – Τζίντου Κρισναμούρτι].

Ρητορική. Παρά την πρώιμη προειδοποίηση του Ηράκλειτου, ότι “Ἀνθρώποις γίνεσθαι ὁκόσα θέλουσιν οὒκ ἄμεινον” (“το καλύτερο για τους ανθρώπους δεν είναι να γίνονται όσα αυτοί θέλουν”),[9] οι άνθρωποι διαρκώς υποτάσσονται στην κατά Μίκελστετερ ‘φιλοψυχία[10] κι έτσι, δεν διαφέρουν σε τίποτε από τα ‘γουρούνια’, που “κυλιούνται μες στη λάσπη” ή από τα ‘πουλερικά’, που “[κυλιούνται] μες στη σκόνη ή μες στη στάχτη”,[11] σύμφωνα με άλλη διατύπωση του Ηράκλειτου.

Με την επικράτηση της φιλοψυχίας, ως βασικής αρχής τής ανθρώπινης συμπεριφοράς, ο άνθρωπος χάνει τη συνοχή του, ‘υγροποιείται’: “Liquescit voluptate [“Η ευχαρίστηση υγροποιεί”]”, γράφει ο Μίκελστετερ,[12] εμφανώς επηρεασμένος από τον Ηράκλειτο.[13] Η Ηρακλείτεια ‘υγρή’ ψυχή – αυτή που επιδιώκει πάση θυσία την ευχαρίστηση και την ικανοποίηση – οδηγεί νομοτελειακά στην κατά Μίκελστετερ Ρητορική: “Το ενδιαφέρον για τη ζωή θα παροτρύνει πάντοτε τους ανθρώπους να αναζητήσουν και να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους τις καταστάσεις εκείνες που είδαν να ζουν άλλοι, στις οποίες [θα ήθελαν] να μπορούσαν να ζήσουν κι οι ίδιοι. Και λόγω ακριβώς αυτού του ενδιαφέροντος, από την υγιή ζωή τού σώματος γεννιέται ο αισθησιακός εκφυλισμός κι η ρητορική των ευχαριστήσεων”.[14]

‘Αν πραγματικά αγαπώ τον εαυτό μου

δεν πρέπει να τον αγαπώ.

Αν θέλω να τον προφυλάξω

δεν πρέπει να τον προφυλάξω’ (Ζεν – η Σοφία των Κοάν, Ιάμβλιχος, Αθήνα, σ. 34).

Κι η Ρητορική δεν σταματά εδώ. Είναι πολυμήχανη. Περικλείει κάθε μορφής απόκλιση από την Υγεία και την Πειθώ (έννοιες που ο Μίκελστετερ χρησιμοποιεί ως ισοδύναμες). Αγκαλιάζει το ανθρώπινο ψέμα σε κάθε έκφανσή του, την κοινωνική υποκρισία, την απουσία αυθεντικότητας, κάθε μεγαλόστομη και κενή ουσίας εκδήλωση, την αστόχαστη υποταγή στα πάθη, κάθε μορφής συμβατικότητα και ‘συστημική’ συμπεριφορά, κάθε ηθική κι ιδεολογία, κάθε ελπίδα κι ουτοπία. Κι έτσι, “… από την αταλάντευτη δραστηριότητα του ανθρώπου που πρέπει να φέρει εις πέρας μία αποστολή, γεννιέται η φιλοδοξία τής δύναμης κι η ρητορική τής εξουσίας· από το έργο [Τέχνης] τού ανθρώπου που είχε [κάποτε] κάτι να πει, γεννιέται η επιτήδευση των ‘δημιουργών’ κι η καλλιτεχνική ρητορική· από τις λέξεις των ανθρώπων που έδειξαν στους υπόλοιπους τον ορθό δρόμο, γεννιέται η υπεροψία των διανοουμένων, όπως επίσης κι η φιλοσοφική ρητορική, με τη μικρότερη αδελφή της, την επιστημονική ρητορική…”.[15]

Με την κατίσχυση της Ρητορικής και της φιλοψυχίας οι άνθρωποι μετατρέπονται σε “ατομικιστικά κτήνη, όμοια με λιοντάρια”.[16] Κατ’ επέκταση, η κοινωνία που δημιουργούν δεν μπορεί παρά να είναι μία ‘κοινωνία κακῶν’,[17] η οποία “ανάγει σε κώδικα τον εγωισμό και την αυτοσυντήρηση των ανθρώπων και, καθώς τους βγάζει από την παγκοσμιότητα της μη-συνείδησής τους, τους απορροφά μέσα στη δουλεία που έχει κατασκευάσει γι’ αυτούς ο φόβος και, υπό την ίδια, υποκριτική [της] αιγίδα, εμφυτεύει μέσα τους τόσες και τόσες, μικρότερες ή μεγαλύτερες, συναισθηματικές ποταπότητες, τις οποίες αναλαμβάνει να κωδικοποιήσει εκείνη η διαρκώς ογκούμενη μυθοπλασία, που ακούει στο όνομα Ηθική”.[18]

Πίσω από κάθε μορφής ‘Ηθική’ – κοινωνική, θρησκευτική ή άλλη – ο Μίκελστετερ διακρίνει συστηματικά τον εγωιστή άνθρωπο, ο οποίος, στην προσπάθειά του “να νομιμοποιήσει την αυτοεκτίμησή του, δεν θα διστάσει να μετατραπεί προς στιγμήν σε φιλόσοφο, αναζητώντας ποιες πράξεις είναι σύμφωνες με το δικό του προσωπικό κριτήριο περί του καλού και ποιες όχι. – Θα εφαρμόσει [δηλαδή] το ηθικό κριτήριο στα πράγματα”.[19]

Οι λεγόμενες αξίες δε, τίποτε άλλο δεν είναι, παρά “υποσχέσεις πραγματικότητας που αντιστοιχούν στις ανάγκες”, εξηγεί ο Μίκελστετερ.[20] Αυτός που έχει απαλλαχθεί από την ανάγκη, “δεν έχει ούτε αξίες, δεν έχει πραγματικότητα, δεν έχει συνείδηση, δεν μιλά ούτε για τη ζωή ούτε για το θάνατο, αλλά πεθαίνει, χωρίς καν να το συνειδητοποιεί”.[21] “Ο θάνατος, καθώς είναι η άρνηση των αναγκών, είναι και η άρνηση της αξίας”.[22]

Καλλωπίσματα ὂρφνης. Ζώντας μία τέτοια κτηνώδη ζωή, πιασμένοι στο δίχτυ τής επιθυμίας και της επιφανειακής ευχαρίστησης, περιστρεφόμενοι γύρω από τον άξονα του Εγώ τους, “μην έχοντας τίποτε και όντας ανίκανοι να δώσουν οτιδήποτε, [οι άνθρωποι] αφήνονται να βυθιστούν σε λέξεις, με τις οποίες προσποιούνται ότι επικοινωνούν, διότι κανείς από αυτούς δεν είναι τελικά ικανός να καταστήσει τον κόσμο του, κόσμο των άλλων”.[23] Οι λέξεις είναι ένα κατάπλασμα για τον πόνο που νιώθουν οι άνθρωποι μέσα τους κι υπ’ αυτήν την έννοια, είναι κι ένα ‘πέπλο κατά του σκότους’: ‘καλλωπίσματα ὂρφνης’ – ‘στολίδια τού σκότους’.[24] Κι έτσι, η λέξη μετατρέπεται στην εύκολη αποφυγή μίας ζωής κυρίαρχης κι υπεύθυνης για τον εαυτό της, που στέκει μόνη της, χωρίς να χρειάζεται κανενός είδους δεκανίκια κι υποστυλώματα: “Θεέ, βοήθησέ με, γιατί εγώ δεν έχω το κουράγιο να βοηθήσω τον εαυτό μου”.[25]

Και εγένετο Γνώση· με πιο χαρακτηριστική περίπτωση τη λεγόμενη επιστημονική γνώση, μέσω της οποίας “συγκεκριμένες λέξεις παρεισφρέουν στη ζωή, ως σημεία [signs], που αναφέρονται σε δεδομένες σχέσεις”,[26] λέξεις τις οποίες χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για τις καθημερινές τους ανάγκες, όπως ακριβώς τις παρέλαβαν, χωρίς να πολυκαταλαβαίνουν τί ακριβώς σημαίνουν[27].

Γιατί όμως προσκολλώμαστε τόσο πεισματικά στις λέξεις; Διότι αυτές προσφέρουν αναντίρρητα μία – έστω ψευδή – αίσθηση ψυχολογικής ασφάλειας, αλλά κι εκείνην την αίσθηση ταυτότητας, που τόσο διακαώς επιζητούμε: “… και μαζί, επαναλαμβάνουν όλοι τους, “εμείς είμαστε, εμείς είμαστε, γιατί εμείς γνωρίζουμε, γιατί μπορούμε να λέμε ο ένας στον άλλον τις λέξεις τής γνώσης, [τις λέξεις] της ελεύθερης κι απόλυτης συνείδησης”. Και μ’ αυτόν τον τρόπο, εντυπωσιάζει ο ένας τον άλλον”.[28] Κι έτσι, μέσω των λέξεων, δομεί ο καθένας τη δική του persona, πάνω σε σαθρά θεμέλια.

Και τότε είναι, που “… η Ρητορική ανθίζει στη ζωή. Οι άνθρωποι υιοθετούν μία στάση ζωής, που επίκεντρό της έχει τη Γνώση και φτιάχνουν γνώση”.[29] Είναι ακριβώς όλο αυτό το “διαβολεμένο συνονθύλευμα από ονόματα, πληροφορίες, λέξεις, αριθμούς, που συνιστά τους τόπους τής Ρητορικής”.[30]

Ωστόσο, γνώση και λέξεις δεν είναι ικανές για κάτι παραπάνω από μία απλή περιγραφή των στοιχειωδών σχέσεων του χρόνου και της αιτιότητας[31] κι αυτός που τις χρησιμοποιεί αψήφιστα, στην πραγματικότητα δεν έχει καθόλου “επικοινωνήσει την οικειότητα [intimacy], την πραγματική φύση τού αντικειμένου”, αλλά μόνο “το έχει σημάνει, με τη φαινομενικότητά του εκείνη, που το κάνει αναγνωρίσιμο από όσους το έχουν ήδη δει”.[32] Οι λέξεις επιτελούν έναν αυστηρά ‘δεικτικό’ ρόλο: είναι τα σημεία που ‘δείχνουν’ προς τα αναφερόμενα, τους ‘ιδιοσυγκρατικούς κονδύλους’ – κατά Μίκελστετερ, – από τους οποίους συγκροτείται η μνήμη μας, ώστε αυτοί να μπορούν να αναγνωρισθούν και να ‘επικοινωνηθούν’ προς τους άλλους ανθρώπους, κατά έναν τρόπο “ικανοποιητικό για τις καθημερινές χρήσεις τής ζωής’.[33] Στο νου μας έρχεται ο Fritz Mauthner: “Κι ακόμη και σήμερα, στα πιο χαμηλά της επίπεδα, η γλώσσα συνεχίζει να είναι δεικτικού χαρακτήρα. “Δώστε μου λουκάνικα”. … η γλώσσα έχει μία απλοϊκότητα λουκάνικου”.[34]

Μέχρις ότου κατακτήσει το ‘βασίλειο της σιωπής’, η λέξη θα παραμένει ένα ‘καλλώπισμα ὂρφνης’ – ένα ‘στολίδι τού σκότους’: “μία απόλυτη φαινομενικότητα, η άμεση αποτελεσματικότητα μίας λέξης, που πλέον δεν περιέχει παρά μόνον το πιο απειροελάχιστο, ασαφές ζωικό ένστικτο”.[35]

[βλ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 5 – Παρμενίδης]

Εμπειρικός έλεγχος της φιλοσοφίας τού Μίκελστετερ. Παντού γύρω μας, σήμερα, ο Μίκελστετερ επιβεβαιώνεται τραγικά. Εντός των ελληνικών συνόρων, με τους αμέτρητους πολιτικούς σαλτιμπάγκους, οι οποίοι δεν διστάζουν, εν μια νυκτί, να κάνουν στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών κι από αγνοί ουμανιστές και εθνοσωτήρες, να μεταμφιεσθούν αίφνης σε πειθήνιους εκτελεστές των – αναμφίβολα, απάνθρωπων – κελευσμάτων των εκ δυσμών πολιτικών αφεντικών τους.

Στην Ευρώπη τής ‘αλληλεγγύης’ και των ‘αξιών’, αυτήν που κάποτε δίδαξε την ‘ελευθερία’, την ‘ισότητα’ και την ‘αδελφοσύνη’, την οποία έκθαμβοι παρακολουθούμε σήμερα, σε μία από τις πιο θεαματικές ιστορικά ελεύθερες πτώσεις της, σε πολιτικό, οικονομικό – και, το σημαντικότερο, – σε αξιακό επίπεδο, να ασκεί ξεδιάντροπα τη νεοαποικιακή-ιμπεριαλιστική πολιτική της, είτε με τη μορφή τού άμετρου δανεισμού περιφερειακών, παραδοσιακά υπανάπτυκτων χωρών όπως η Ελλάδα, είτε συμμετέχοντας ανοιχτά σε στρατιωτικές επεμβάσεις, από κοινού με τις συμμάχους της χώρες-αστυνόμους, τόσο εκτός του ευρωπαϊκού χώρου (Λιβύη, Συρία, Αφγανιστάν), όσο πλέον – ξεδιάντροπα – και εντός (Σερβία).

Αλλά και σε διεθνές επίπεδο: στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, στη Λιβύη, στη Συρία, αλλά και παλαιότερα, στη Χιλή, τη Νικαράγουα, το Ελ Σαλβαδόρ, τη Γουατεμάλα, ολόκληρη την Υποσαχάρια Αφρική κι αλλού, δεν έχουμε παρακολουθήσει τίποτε άλλο, παρά την πιο αισχρή μορφή τής κατά Μίκελστετερ Ρητορικής σε πολιτικό επίπεδο: μία πλήρη διάσταση μεταξύ φτηνών (λεκτικών) διακηρύξεων και πραγματικών (κεκαλυμμένων και βρώμικων) προθέσεων· προβαλλόμενων ‘Υψηλών Ιδανικών’ και ποταπών μικροσυμφερόντων· λόγων και πράξεων.

Εικόνα 2: Carlo Michelstaedter, Demone (1903?)

Όμως και πέραν της πολιτικής σφαίρας, στο πολύ ουσιωδέστερο ατομικό επίπεδο – αυτό που ενδιέφερε περισσότερο και τον ίδιο το Μίκελστετερ – ο σημερινός άνθρωπος βρίσκεται περισσότερο από ποτέ παραδομένος στη Ρητορική. Αυτό συμβαίνει για παράδειγμα, με τη θρησκεία του και τη Ρητορική τού πνευματικού εξαγνισμού και της ‘ηθικής’ εξύψωσης, η οποία έρχεται σε κραυγαλέα αντίθεση με την πραγματικότητα του οργανωμένου εκφοβισμού των μαζών, με στόχο την ομοιομορφοποίηση, πειθάρχηση και βίαιη ενσωμάτωσή τους, στο διεφθαρμένο ‘αξιακό’ σύστημα της ‘κοινωνίας κακῶν’, την οποία αυτή εξυπηρετεί· ή με τα σπορ και τη Ρητορική τού υγιούς σώματος, η οποία αποσκοπεί σε μία νέα εμπορευματοποίηση του ανθρώπινου σώματος και τη μετατροπή του σε ‘θέαμα’, προς τέρψιν των διψασμένων για διασκέδαση μαζών, όταν το πραγματικό γεγονός είναι η πλήρης αποξένωση του ανθρώπου από την αρχική ‘φυσική’ κατάσταση κι η ένταξή του σε μία μηχανιστική διαδικασία παραγωγής, που μόνο εκφυλίζει και καταστρέφει το βιολογικό του σώμα.

Κι η απαρίθμηση πρακτικών παραδειγμάτων, τα οποία επιβεβαιώνουν σήμερα το Μίκελστετερ, σε κάθε σφαίρα της ανθρώπινης ζωής, θα μπορούσε να συνεχισθεί επί μακρόν. Ωστόσο, ήδη θα πρέπει να έχει γίνει σαφές, το πόσο βαθιά ‘κοίταξε’ ο Μίκελστετερ μέσα του, αλλά και στον ανθρώπινο ψυχισμό γενικά· το πόσο επιτυχημένο μοντέλο περιγραφής τού ανθρώπινου προβλήματος στο σύνολό του είναι το φιλοσοφικό του  δίπολο Πειθώ  Ρητορική· τέλος, θα πρέπει να έχει δοθεί και μία ικανοποιητική ενόραση, σχετικά με τα αίτια που μπορεί να  οδήγησαν στο τραγικό της τέλος, τη σύντομη ζωή τού Κάρλο Μίκελστετερ.

Κάρλο Μίκελστετερ (1887-1910). Γεννήθηκε στις 3 Ιουνίου του 1887, στην Γκορίτσια (Gorizia), μία πόλη της βορειοανατολικής Ιταλίας, στα σύνορα με τη σημερινή Σλοβενία, η οποία τότε ανήκε στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία κι αριθμούσε περί τις πέντε χιλιάδες κατοίκους. Η οικογένειά του ήταν εβραϊκή, υψηλού μορφωτικού επιπέδου κι οικονομικά ανήκε στην ανώτερη αστική τάξη.

Κατά τα παιδικά του χρόνια, ήταν μάλλον εσωστρεφής, όμως με το πέρας του σχολείου, ο Κάρλο είχε ήδη διαμορφωθεί σε έναν αθλητικό και ευφυή νέο. Του άρεσε η ανάβαση σε βουνά μέχρις εξαντλήσεως, είχε πάθος για το χορό, έκανε συχνές, πολύωρες πεζοπορίες, ιδίως τις νυκτερινές ώρες, ήταν γνωστός στην τοπική κοινωνία για τις κολυμβητικές του ικανότητες (κολυμπούσε συχνά στα ορμητικά κι επικίνδυνα νερά τού ποταμού Ισόντζο). Γενικά, απολάμβανε κάθε είδους επαφή με τη φύση και τις δραστηριότητες εκείνες που το βοηθούσαν να σταματά για λίγο την υπερκινητική σκέψη του. Του άρεσε επίσης ιδιαίτερα η γυναικεία ομορφιά, όπως αποκαλύπτεται από αρκετές επιστολές του[36].

Μετά το Γυμνάσιο, γράφτηκε στη Φιλολογική Σχολή του Ινστιτούτου Ανώτερων Σπουδών τής Φλωρεντίας, όπου σπούδασε Ελληνικά και Λατινικά, μέχρι το 1909. Η παραμονή του στην Φλωρεντία ήταν γεμάτη από μελέτη – στα δεκαεννέα του, διάβαζε ήδη έργα στα Ιταλικά, Γερμανικά, Γαλλικά, Λατινικά κι Ελληνικά[37] – αλλά κι από πολλές απογοητεύσεις: επανειλημμένες απορρίψεις άρθρων του κι αποτυχημένες προσπάθειές του να συνεργαστεί με περιοδικά. Στον ερωτικό τομέα, σχετίστηκε με τη νεαρή χωρισμένη Ρωσίδα Νάντια Μπαραντέν, η οποία αυτοκτόνησε το 1907, βυθίζοντάς τον σε θλίψη, ενώ κι η επιθυμία του να αρραβωνιαστεί με την Ιταλίδα συμφοιτήτριά του Ιολάντα ντε Μπλάζι συνάντησε τη σφοδρή αντίσταση της οικογένειάς του.

Το 1909 επέστρεψε στην Γκορίτσια και ξεκίνησε να γράφει τη διατριβή του. Ο πλήρης τίτλος της ήταν Πειθώ και Ρητορική στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη και, μετά από πυρετώδη δουλειά, την είχε ολοκληρώσει πριν το τέλος τού 1910, στις 16 Οκτωβρίου, οπότε και την απέστειλε στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας. Την επόμενη ημέρα, μετά από έναν καβγά με τη μητέρα του, η οποία του παραπονέθηκε γιατί δεν της είχε ευχηθεί χρόνια πολλά στα γενέθλιά της, ο Μίκελστετερ αυτοκτόνησε, πυροβολώντας όχι μία, αλλά δύο φορές κατά του εαυτού του, σύμφωνα με εφημερίδα τής εποχής.[38]

Μεταξύ δύο προσκεκλημένων σ΄ ένα γεύμα, λιγότερο δυστυχής είναι αυτός που, έχοντας καταλάβει αμέσως ότι τα προσφερόμενα πιάτα είναι μη βρώσιμα, δεν δοκιμάζει κανένα τους, ενώ ο άλλος, ενώ τα δοκιμάζει όλα κι αναγκάζεται να τα φτύσει ένα προς ένα, συνεχίζει να ζει με την όρεξη για αυτά που δεν έχει δοκιμάσει ακόμη, με τη σφοδρή επιθυμία να μην του στερήσει κανείς το δικό του μερτικό στην πλάνη και με το φόβο, ότι κάποια στιγμή θα πρέπει ν΄ αποχωρήσει κι απελπίζεται όταν τελικά τον πετάνε έξω από το απεχθές συμπόσιο (Michelstaedter, DS, σ. 79).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1: Τζάκομο Λεοπάρντι (1798-1836)

Εικόνα 3: Τζάκομο Λεοπάρντι (1798-1836)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2: Άρθουρ Σόπενχαουερ (1788-1860)

Εικόνα 4: Άρθουρ Σόπενχαουερ (1788-1860)

Μίκελστετερ: “Ένα βάρος κρέμεται από ένα τσιγκέλι· καθώς κρέμεται υποφέρει, γιατί δεν μπορεί να πέσει: δεν μπορεί να ελευθερωθεί από το τσιγκέλι διότι είναι ένα βάρος στο βαθμό που κρέμεται˙ κι όσο κρέμεται, εξαρτάται. Θέλουμε να το ικανοποιήσουμε: το ελευθερώνουμε από την εξάρτησή του, αφήνοντάς το να φύγει, ώστε να ικανοποιήσει την πείνα του γι’ αυτό που βρίσκεται κάτω του κι αυτό πέφτει ανενόχλητα, για όσο διάστημα το ευχαριστεί να πέφτει. Αλλά, σε κανένα από τα σημεία της διαδρομής του δεν είναι χαρούμενο… Ούτε πρόκειται, οποιοδήποτε μελλοντικό σημείο να είναι τέτοιο, ώστε να το καταστήσει χαρούμενο… Διαρκώς έλκεται με μία εξίσου ισχυρή επιθυμία γι’ αυτό που βρίσκεται κάτω του κι η θέλησή του να πέσει παραμένει μέσα του άπειρη ανά πάσα στιγμή. Η ζωή του είναι ακριβώς αυτή η θέληση για ζωή” (Michelstaedter, PR, σσ. 8, 9).

Σόπενχαουερ: “Αποκαλύπτει επίσης τον εαυτό της [η βούληση] στην απλούστερη μορφή της χαμηλότερης βαθμίδας της αντικειμενικότητάς της, στη βαρύτητα, της οποίας τo διαρκή μόχθο βλέπουμε παντού γύρω μας, παρότι είναι προφανώς αδύνατο αυτή να έχει κάποιον τελικό σκοπό. […] Επομένως, ο μόχθος της ύλης μπορεί μόνο να εμποδίζεται και ποτέ να ολοκληρωθεί ή να ικανοποιηθεί. […] Αλλά αυτό ακριβώς συμβαίνει και με όλα τα φαινόμενα της βούλησης. Κάθε τέλος που μόλις έχει επιτευχθεί είναι την ίδια στιγμή κι η απαρχή μίας νέας πορείας κι ούτω καθ’ εξής, ad infinitum” (Arthur Schopenhauer, The World as Will and Representation (WWR), Vol. I, Dover Publications, Inc., New York 1969/2015, σ. 164).

Μίκελστετερ: “[ο persuaso] Μόνος μέσα στην έρημο, ζει μία μεθυστική απεραντοσύνη και βαθύτητα ζωής. Ενώ η φιλοψυχία, πάντοτε ανήσυχη για το μέλλον, επιταχύνει το χρόνο κι ανταλλάσσει το ένα κενό παρόν με το επόμενο, η σταθερότητα του ατόμου απορροφά τον άπειρο χρόνο στο παρόν και συλλαμβάνει το χρόνο” (Michelstaedter, PR, ό.π., σσ. 56-57).

Σόπενχαουερ: “Πάνω απ’ όλα, πρέπει ξεκάθαρα ν’ αναγνωρίσουμε, ότι η μορφή του φαινομένου της βούλησης κι επομένως, η μορφή της ζωής ή της πραγματικότητας, είναι αληθινά μόνο το παρόν, όχι το μέλλον ή το παρελθόν. Μέλλον και παρελθόν υπάρχουν μόνο ως ιδέα…” (WWR, ό.π., σ. 278).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3: “Εάν πρώτα δεν πεθάνεις ” (Σούφικη ιστορία)

Ήταν κάποτε ένας πλούσιος και γενναιόδωρος άνθρωπος από τη Βοχάρα. Επειδή κατείχε μία υψηλή θέση στη μυστική ιεραρχία, ήταν γνωστός κι ως ο Πρόεδρος του Κόσμου. Κάθε μέρα έδινε χρυσό σε μία κατηγορία ανθρώπων – τους άρρωστους, τις χήρες κ.ο.κ. Όμως, τίποτε δεν διδόταν σε όποιον άνοιγε το στόμα του και μιλούσε. Δεν μπορούσαν να παραμείνουν βέβαια όλοι σιωπηλοί. Κάποια μέρα, ήταν η σειρά των δικηγόρων να λάβουν το μερίδιό τους. Ένας απ’ αυτούς δεν συγκρατήθηκε κι ανέπτυξε τον πιο πλήρη δικανικό λόγο που μπορούσε ποτέ να εκφωνηθεί. Τίποτε δεν δόθηκε σ’ αυτόν. Αυτό, ωστόσο, δεν τον πτόησε. Την επόμενη μέρα, ήταν η σειρά των ανάπηρων, οπότε κι αυτός προσποιήθηκε ότι είχε τα άκρα του σπασμένα. Αλλά ο Πρόεδρος τον αναγνώρισε κι έτσι δεν πήρε πάλι τίποτε. Ξανά και ξανά προσπάθησε, φτάνοντας να μεταμφιεσθεί ακόμη και σε γυναίκα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Τελικά, ο δικηγόρος προσέλαβε έναν εργολάβο κηδειών και του ζήτησε να τον τυλίξει σ’ ένα σάβανο. “Μόλις έρθει ο Πρόεδρος”, του είπε, “θα υποθέσει ότι είμαι ένα πτώμα κι έτσι, ίσως ρίξει λίγα χρήματα για την κηδεία μου – κι ύστερα θα σου δώσω κι εσένα το μερτικό σου”. Έτσι κι έγινε. Ένα χρυσό νόμισμα έφυγε από το χέρι τού Προέδρου προς το σάβανο. Ο δικηγόρος το άρπαξε αμέσως, από φόβο μήπως ο εργολάβος κηδειών τον προλάβει. Τότε, απευθύνθηκε προς τον ευεργέτη του: “Μου αρνήθηκες τη γενναιοδωρία σου—δες τώρα πώς την κέρδισα!” – “Τίποτε δεν μπορείς να έχεις από ‘μένα”, απάντησε ο γενναιόδωρος άνθρωπος, “εάν πρώτα δεν πεθάνεις”.

Αυτό είναι το νόημα της απόκρυφης φράσης “Ο άνθρωπος πρέπει να πεθάνει πριν πεθάνει”. Το δώρο έρχεται μετά απ’ αυτόν το ‘θάνατο’ κι όχι πριν. Κι ακόμη κι αυτός ο ‘θάνατος’ δεν είναι δυνατόn να επιτευχθεί χωρίς βοήθεια (Bhagwan Shree Rajneesh (Osho), Until you Die – Discourses on the Sufi Way, Rajneesh Foundation, Puna (India) 1976, σ. 2).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4: Τζίντου Κρισναμούρτι (1895-1986)

   Εικόνα 5: Τζίντου Κρισναμούρτι (1895-1986)

– Μίκελστετερ: “Η ζωή θα ήταν [από το ρήμα Είναι], εάν ο χρόνος δεν μετέθετε διαρκώς το είναι της στην αμέσως επόμενη χρονική στιγμή. Η ζωή θα ήταν μία, ακίνητη, άμορφη, εάν μπορούσε να είναι πλήρης σε ένα μοναδικό [χρονικό] σημείο” (PR, σσ. 14, 15).

– Κρισναμούρτι: “Είναι μάλλον τρομακτικό, το να συνειδητοποιεί κανείς, ότι ακριβώς η λέξη ‘ελπίδα’, περιέχει καθετί το μελλοντικό. Αυτή η κίνηση από ‘εκείνο που είναι’ σ’ ‘εκείνο που θα έπρεπε να είναι’, είναι μια ψευδαίσθηση· στην πραγματικότητα είναι, αν μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει τη λέξη, ένα ψέμα” (Εις εαυτόν, Καστανιώτης, Αθήνα 1998, σ. 47). “Μπορούμε να ζούμε την καθημερινή μας ζωή χωρίς την έννοια του μέλλοντος; Όχι έννοια – συγγνώμη, όχι τη λέξη έννοια – καλύτερα: Μπορεί κανείς να ζει εσωτερικά χωρίς χρόνο;” (ό.π., 65, 66).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 5: Παρμενίδης ο Ελεάτης (περίπου 515-440 π.Χ.)

Εικόνα 6Παρμενίδης ο Ελεάτης (περ. 515-440 π.Χ.)

Προς το παρόν, ο μέσος άνθρωπος αρκείται στο να θεωρεί πως ‘γνωρίζει’ τον εαυτό του και τον κόσμο, μέσω μίας απλής διαδικασίας ονοματοδοσίας: “τοῖς ὂνομ’ ἂνθρωποι κατέθεντ’ ἐπίσημον ἑκάστῳ”, γράφει ο Παρμενίδης – “κι όνομα για το καθένα θέσανε σημαδιακό” (Ευάγγελος Ν. Ρούσσος, Παρμενίδης (PAR), στιγμή, Αθήνα 2002, σσ. 46, 47).

Ωστόσο, κάθε όνομα έχει δοθεί ‘κατά δόξαν’, με βάση την προσωπική γνώμη τού καθενός, μας λέει ο Παρμενίδης κι επομένως, “των θνητών οι γνώμες είναι αναξιόπιστες” (“ἠδέ βροτῶν δόξας, ταῖς οὐκ ἔνι πίστις ἀληθής”) (ό.π., σσ. 34, 35).

Ο άνθρωπος κατασκευάζει λοιπόν τον εξωτερικό του κόσμο σύμφωνα με τις μύχιες ελπίδες κι επιθυμίες του: “Ταὐτόν δ’ ἐστί νοεῖν τε καί οὓνεκέν ἔστι νόημα” – “Ίδιο είν’ η νόησή του και τό πού ‘χει νόημα” (ό.π., σσ. 40, 41; Carlo Michelstaedter, PR, σ. 24).

Το νοούμενο, αυτό το οποίο παρατηρούμε μέσα κι έξω μας, το αντικείμενο της ‘γνώσης’ μας, δεν είναι τίποτε άλλο από την ίδια τη σκέψη μας και συνεπώς, κάτι το οποίο εμείς οι ίδιοι έχουμε κατασκευάσει, κάτι το ιδεατό και τελικά, μάλλον ανύπαρκτο: “[Ὁ θεός]… ὀνομάζεται καθ’ ἡδονήν ἑκάστου”, όπως έχει διατυπώσει την ίδια ιδέα ο Ηράκλειτος (Ρούσσος, HER, σ. 16).

Κάθε γνωσιολογική απόπειρα του ανθρώπου  – “Ξέρω ότι αυτό είναι” – αναγκαστικά υπονοεί έναν αγεφύρωτο διαχωρισμό του από το αντικείμενο που υποτίθεται πως ‘γνωρίζει’ κι ως εκ τούτου, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μία αυτοεπιβεβαίωση του ίδιου του ανθρώπου που ‘γνωρίζει’, της ‘περσόνας’ του, μας λέει ο Μίκελστετερ: ΡΗΤΟΡΙΚΗ!

Μα, αν η ‘περσόνα’ αυτή ήταν αληθινή, δεν θα χρειαζόταν καμία απολύτως επιβεβαίωση εφόσον, σύμφωνα με τον Παρμενίδη: “ἐόν γάρ ἐόντι πελάζει” (“το ον πράγματι συναναστρέφεται με το ον”) (PAR, σ. 40; PR, σ. 67). Για τον Παρμενίδη υπάρχει ένα μόνο Oν, το οποίο εδράζεται στον αντίποδα ακριβώς της ανθρώπινης επιθυμίας και γνώμης κι αυτή τη θεώρησή του υιοθετεί εις ολόκληρο κι ο Μίκελστετερ: μόνον οι λίγοι εκλεκτοί, αυτοί που βρίσκονται σε πλήρη συμφωνία με το Oν – άρα και με τον εαυτό τους – έχουν πραγματικά ξεφύγει από την τραγωδία τής ανθρώπινης κατάστασης: αυτοί είναι οι κατά Μίκελστετερ ‘persuasi’.

Σημειώσεις

[1] Carlo Michelstaedter, Appendice 2, αναφέρεται στο Daniela Bini, Carlo Michelstaedter and the Failure of Language (FL), University Press of Florida, Gainesville 1992, σσ. 5-6.

[2] Carlo Michelstaedter, Appendice 6, ό.π., 6.

[3] Carlo Michelstaedter, El Diálogo de la Salud y Otros Diálogos Filosóficos (DS) [Ο Διάλογος της Υγείας κι Άλλοι Φιλοσοφικοί Διάλογοι], Marbot Ediciones, Barcelona 2009, σ. 29).

[4] Ό.π., σ. 80.

[5] Ό.π., σσ. 80-85.

[6] Carlo Michelstaedter, Persuasion and Rhetoric (PR), Yale University Press, New Haven & London 2004, σ. 24.

[7] Ό.π., σ. 24.

[8] Σύμφωνα με την Μπίνι πάντως, το μόνο βιβλίο περί Βουδισμού που γνωρίζουμε ότι είχε διαβάσει ο Μίκελστετερ, είναι μία γερμανική έκδοση με βουδιστικά ρητά κι αφορισμούς, με τον τίτλο Indische Sprüche (Bini, FL, ό.π., σσ. 124, 125).

[9] Κώστας Αξελός, Ο Ηράκλειτος και η Φιλοσοφία, Εξάντας, Αθήνα 1974, σ. 207.

[10] Ο Angelucci δίνει τον εξής ορισμό στη φιλοψυχία: “[η] βάση τής ανθρώπινης αυτο-διαιώνισης, μέσω της ικανοποίησης πεπερασμένων αναγκών κι επομένως, μέσω μίας [διαρκώς] ανεπαρκούς αυτο-επιβεβαίωσης”. Τη συσχετίζει δε, ορθά, με τον όρο τού Schopenhauer ‘πέπλο Μάγια’ [η λέξη ‘Μάγια’, στην ινδουιστική παράδοση, σημαίνει ‘αυταπάτη’, ‘όνειρο’] (Malcolm Angelucci, Words Against Words (WAW), Troubador Publishing Ltd, Leicester 2011, σ. 54).

[11] Αξελός, Ηράκλειτος, ό.π., σ. 206.

[12] Michelstaedter, DS, ό.π., σ. 46.

[13] Μεταξύ άλλων: “Ψυχῇσιν θάνατος ὕδωρ γενέσθαι…” (“Για τις ψυχές, θάνατος νερό να γίνουν…”), “Αὔη ψυχή σοφωτάτη καί αρίστη” (“Ξερή ψυχή σοφότατη και άριστη”) (Ευάγγελος Ρούσσος, Ηράκλειτος (HER), Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 1992, σ. 15).

[14] Michelstaedter, DS, ό.π., σ. 65.

[15] Ό.π.

[16] Carlo Michelstaedter, La Melodía del Joven Divino (MJD) [Η Μελωδία του Θεϊκού Νέου], Editorial Sexto Piso, Coyoacan (México) & Madrid 2011, σ. 52.

[17] Ό.π., σσ. 45, 46.

[18] Ό.π., σ. 51.

[19] Michelstaedter, MJD, ό.π., σ. 56.

[20] Michelstaedter, DS, ό.π., σ. 82.

[21] Michelstaedter, DS, ό.π., σ. 82.

[22] Ό.π.

[23] Michelstaedter, PR, ό.π., σ. 68.

[24] Ό.π.

[25] Ό.π.

[26] Ό.π., σ. 100.

[27] Ό.π.

[28] Ό.π., σ. 68.

[29] Ό.π., σ. 69.

[30] Ό.π., σ. 128.

[31] Ό.π., σ. 133.

[32] Ό.π., σ. 132.

[33] Ό.π., σ. 130.

[34] Fritz Mauthner, Contribuciones a una Crítica del Lenguaje, Herder, Barcelona 2001, σ. 72.

[35] Michelstaedter, PR, ό.π., σ. 137.

[36] Bini, FL, ό.π., σσ. 69-71.

[37] Bini, FL, ό.π., σ. 4.

[38] Thomas Harrison, 1910, The Emancipation of Dissonance, University of California Press, Berkeley & Los Angeles, California/London, England 1996, σ. 95.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s