Συνέντευξη του Βενεζουελανού συγγραφέα Χοσέ Μπάλσα

Με την ευκαιρία της έκδοσης του αριστουργήματός του «Εφτακόσιοι Φοίνικες Φυτεμένοι στο Ίδιο Σημείο» (1974) από τις Εκδόσεις Σμίλη – Μετάφραση και Επίμετρο Ελευθέριος Μακεδόνας.

Δημοσιεύθηκε στο ένθετο Νησίδες της ΕφΣυν του Σαββατοκύριακου 10.1-11.1.2025.

https://www.efsyn.gr/nisides/496840_pote-moy-den-fobithika-tis-epirroes

José Balza (1939, -)

«Ποτέ μου δεν φοβήθηκα τις επιρροές»

Ο Βενεζουελάνος κι από τους σημαντικότερους Λατινοαμερικανούς συγγραφείς της εποχής μας, με αφορμή την ελληνική έκδοση του αριστουργήματός του «Εφτακόσιοι φοίνικες φυτεμένοι στο ίδιο σημείο» από τις εκδόσεις «Σμίλη», μιλάει για τον χρόνο, τη μνήμη, τη λειτουργία της εικόνας, αλλά και για ένα ταξίδι στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’70, που τον καθόρισε.

Από αυτές τις σελίδες είχαμε αναγγείλει τον περασμένο Ιούλιο την έκδοση από τη «Σμίλη», για πρώτη φορά στα ελληνικά, βιβλίου του περίφημου Βενεζουελάνου Χοσέ Μπάλσα, «ενθουσιώδους περιηγητή του κόσμου κι ενός από τους πιο ένθερμους φιλέλληνες Λατινοαμερικανούς συγγραφείς της εποχής μας». Κι όχι οποιουδήποτε βιβλίου αλλά του αριστουργήματός του «Εφτακόσιοι φοίνικες φυτεμένοι στο ίδιο σημείο», το οποίο μάλιστα ξετυλίγοντας τον αφηγηματικό του μίτο από την εμμονή του κεντρικού του ήρωα με τον Πραξιτέλη, θεωρείται «ένα από τα μυθιστορήματα – σταθμούς της μεγάλης λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας των δεκαετιών 1960-1970».

Ο Ελληνας μεταφραστής Ελευθέριος Μακεδόνας μας μεταφέρει την κουβέντα που έκανε πρόσφατα με τον Μπάλσα, έτσι ώστε να πάρουμε μία πρώτη γεύση του θερμού λατινοαμερικανικού του πνεύματος, αλλά και της αγάπης του για την Ελλάδα.

● Μετά από πολλά σκαμπανεβάσματα, εκδόθηκε πρόσφατα στην Ελλάδα η «αφηγηματική άσκησή» σας «Εφτακόσιοι φοίνικες φυτεμένοι στο ίδιο σημείο» (1974). Ποια είναι τα συναισθήματά σας;

Συναισθήματα χαράς και ευγνωμοσύνης. Δεν θα το πιστέψεις Λευτέρη, αλλά στην Αμερική γεννιέται κανείς υπό την επιρροή είτε του χριστιανικού θεού, είτε των Ελλήνων θεών. Ο πρώτος είναι κοινός και ευνόητος, οι άλλοι πιο έμμεσοι αλλά και πιο βαθιοί, διότι αντιστοιχούν στην ανθρώπινη φύση κατά έναν καθολικό τρόπο. Ταξίδεψα στην Ελλάδα το 1972˙ τότε ήμουν ένας νεαρός που είχε χάσει το μυαλό του με την ελληνική φλόγα. Νοίκιασα ένα Φολκσβάγκεν και επί πολλές βδομάδες κοιμήθηκα στην Αθήνα, αλλά και στη Θήβα, στην Κόρινθο, στους Δελφούς κ.λπ.. Γνωρίζω μόνο μερικές απλοϊκές λαϊκές λέξεις στα ελληνικά και κάποια τραγούδια. Εχω πολλά κομπολόγια. Είχα διαβάσει σε καλές μεταφράσεις τους αρχαίους και σύγχρονους ποιητές σας, το θέατρό σας, Καρυωτάκη, Καβάφη. Ηταν τότε πολύ της μόδας και οι Σεφέρης, Κακογιάννης, Ντασέν, Μελίνα, Ειρήνη Παππά, Καζαντζάκης… Παρακολουθούσα παραστάσεις κλασικού θεάτρου σ’ εκείνες τις ευγενείς σκηνές, έπινα ρετσίνα και φορούσα ελληνικά πουκάμισα.

Το βιβλίο μου στα ελληνικά, χάρη στη δική σου οξυδέρκεια και ευαισθησία, είχε ως αποτέλεσμα να αισθανθώ ένα εσωτερικό ξεδίπλωμα: έχω ενωθεί πάλι με το αντικείμενο της αγάπης μου. Ηταν επίσης μία ευκαιρία να επιστρέψω στην εποχή που ήμουν νέος, αλλά και στην ιερή γη των θεών. Ολα αυτά, σε έναν σύγχρονο Αθηναίο ή σ’ εσένα, μπορεί να ακούγονται ως αποκρυφισμός ή ως αδυναμία, κι όμως, οι ιδιότητες και η ενέργειά τους διατρέχουν ολόκληρο τον πλανήτη.

● Πρόκειται για ένα βιβλίο στο οποίο το αρχαιοελληνικό στοιχείο κυριαρχεί: μέσω του Πραξιτέλη, του διάσημου αρχαίου Ελληνα γλύπτη, ο οποίος πρωταγωνιστεί στα οράματα που βλέπει ο κεντρικός ήρωας. Σύμφωνα με τη δική μου κατανόηση, πρόκειται για ένα σύμβολο της ομορφιάς, της τάξης, της απόλυτης αλήθειας, όλων των ιδεωδών που επιδίωξε η αρχαία Ελλάδα. Τι ακριβώς αντιπροσωπεύει ο Πραξιτέλης για σας;

Αντιπροσωπεύει ακριβώς όσα ανέφερες, αλλά επίσης και την αμφιβολία, την αμεσότητα των διαφορετικών επιλογών με τις οποίες φέρνει αντιμέτωπο τον κάθε άνθρωπο η καθημερινή ζωή: να παντρευτεί ή όχι, να αλλάξει δρόμο ή πόλη, να είναι ένας άνθρωπος της σκέψης ή της πράξης…

● Πρόκειται για ένα έργο που λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα. Στο επίμετρο που έχω γράψει για την ελληνική έκδοση περιγράφω το βαθύτερο νόημά του ως εξής: «Η περιπέτεια του σύγχρονου ανθρώπου που περιπλανάται στα λαβυρινθώδη μονοπάτια της μνήμης, των εικόνων και της σκέψης, αναζητώντας τον μίτο της Αριάδνης, τη βαθύτερη σημασία –εάν υπάρχει κάποια– αυτής της, όχι πάντα ευχάριστης, φαντασμαγορίας που είναι η ανθρώπινη συνείδηση». Προσυπογράφετε αυτήν την ερμηνεία;

Ναι, απολύτως. Θα πρόσθετα μόνο ότι είναι απαραίτητο να δίνουμε μεγάλη προσοχή στην καθημερινή ζωή μας.

● Η μνήμη είναι ο βασικός πρωταγωνιστής του βιβλίου. Τι ακριβώς είναι ο χρόνος και η μνήμη για σας;

«Παρακολουθούσα παραστάσεις κλασικού θεάτρου, έπινα ρετσίνα και φορούσα ελληνικά πουκάμισα»

Ο αφηγητής των Φοινίκων είναι απολύτως προσηλωμένος στο παρόν˙ νομίζω ότι είναι ο αναγνώστης αυτός που ξεχωρίζει τα διάφορα γεγονότα από το παρελθόν του, διότι η προγενέστερη ζωή του αφηγητή είναι σαν να αιωρείται ή να εκρήγνυται στον χαρακτήρα του την κάθε στιγμή, σαν μια έκλαμψη του παρόντος. Δεν ξέρω τι είναι ο χρόνος, πέρα από τις συμβατικές μονάδες μέτρησής του –τις ημερομηνίες, τα χρόνια, τους αιώνες– αλλά σίγουρα είναι εκείνη η αόρατη συνέχεια που μας μεταμορφώνει. Και η μνήμη, η οποία φαίνεται να λειτουργεί από κοινού μαζί του, είναι ήδη κάτι το αμιγώς ανθρώπινο, ακόρεστη, επίμονη και άπιστη όπως είναι.

● Αλλο σημαντικό θέμα του βιβλίου είναι αυτό της εικόνας. Θα έλεγα ότι βασικός στόχος του κεντρικού ήρωα είναι να οργανώσει κατά κάποιον τρόπο τον χείμαρρο των εικόνων που στροβιλίζονται στο μυαλό του και να εξαγάγει απ’ αυτές κάποιο νόημα. Από την άλλη μεριά, η εικόνα είναι εξ ορισμού κάτι το ανύπαρκτο˙ φαίνεται πως υπάρχει μόνο στον εγκέφαλό μας˙ γι’ αυτό και είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με τη ζωντανή και άμεση εμπειρία της κάθε στιγμής. Υπάρχει κάποια «μεταφυσική της εικόνας» στο βιβλίο;

Ισως δεν πρόκειται ακριβώς για κάτι το μεταφυσικό, αλλά για κάτι το άτεγκτα άμεσο, προσδεμένο στο παροδικό, κάτι που διαρκώς διαφεύγει από τη φαντασία. Ισως εσύ ή ο αναγνώστης καταφέρετε να υποδεχτείτε εδώ, καθώς διαβάζετε το βιβλίο, τη δύναμη των εικόνων, διότι αυτό θα έπρεπε να κάνετε: ο πρωταγωνιστής είναι ένας σκηνοθέτης, ζει μέσα από και για τις εικόνες.

Το σκίτσο του Μπάλσα που χρησιμοποιήθηκε για το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης


● Πιστεύουμε ότι μπορούμε να επέμβουμε στις εικόνες, στις μνήμες, στη σκέψη μας. Αλλά μονίμως αποτυγχάνουμε. Ολο εκείνο το υλικό φαίνεται να βρίσκεται εκεί αμετατόπιστο, προσδιορίζοντάς μας, η δε αποκαλούμενη «βούλησή» μας δεν φαίνεται να είναι και τόσο «ελεύθερη» όσο νομίζουμε…Τι ακριβώς συμβαίνει;

Ακριβώς. Ο δρόμος του φανταστικού είναι η μετάβαση από μία ισχυρή μη-πραγματικότητα σε κάποια άλλη, η οποία συγκεκριμενοποιείται σε διαφορετικές πιθανές μορφές (σχήματα, χρώματα, ήχους) και μετασχηματίζεται σταδιακά. Θα μπορούσαμε ίσως να το διατυπώσουμε ως εξής: η κάθε στιγμιαία εικόνα είναι ένα τούνελ από άλλες εικόνες, που μπορεί να είναι αυτές οι ίδιες ή άλλες, διαφορετικές.

Ωστόσο, το κυρίαρχο ίσως θέμα του βιβλίου είναι ο Ορινόκος και η φύση. Διαβάζοντας κανείς την αφηγηματική σας άσκηση1 δεν μπορεί να μη σκεφτεί ότι είναι ακριβώς η επαφή σας με την οργιώδη φύση της ζούγκλας το στοιχείο που σας οδήγησε στην εμμονή σας με την παρατήρηση, η οποία αποτελεί ίσως τον καταλύτη που θα μπορούσε να οδηγήσει τον άνθρωπο σε μια άμεση επαφή με την πραγματικότητα, τον εσωτερικό του κόσμο και την αλήθεια.

Σίγουρα έτσι είναι. Μην ξεχνάς όμως επίσης ότι απέδρασα απ’ αυτόν τον κόσμο (στον οποίο φυσικά επιστρέφω συνεχώς, εις το διηνεκές) στα δεκαεφτά μου χρόνια. Κι από τότε τον μοιράζομαι με μεγάλες πόλεις του κόσμου: Αθήνα, Μαδρίτη, Μπουένος Αιρες, Νέα Υόρκη, Μόσχα, Πεκίνο, Βιέννη, Σαλαμάνκα…

● Ενα από τα πιο σημαντικά είδη τέχνης για σας είναι ο κινηματογράφος. Ο κεντρικός άξονας της πλοκής του βιβλίου είναι μια ταινία την οποία σκέφτεται να γυρίσει ο πρωταγωνιστής για τον Πραξιτέλη. Τι σημαίνει για σας ο κινηματογράφος και γιατί του αποδίδετε τόση σημασία;

Οχι μόνο ο κινηματογράφος αλλά και η λογοτεχνία, η μουσική, το θέατρο, το σχέδιο και η ζωγραφική˙ για να μην αναφέρω και τη ζωτική, αυθόρμητη και αναγκαία εκείνη μορφή τέχνης που ονομάζεται αρχιτεκτονική. Και στον κινηματογράφο εντάσσω επίσης το βίντεο και την τηλεόραση. Μου αρέσει η ικανότητά του να συνδυάζει εικόνα και ήχο˙ επίσης η ικανότητά του να σου επιβάλλει τη μοναξιά, ο τρόπος του να σε κάνει να σκέφτεσαι και να αισθάνεσαι αυθόρμητα.

● Στην Ελλάδα δεν γνωρίζουμε και πολλά πράγματα γύρω από τη βενεζουελανή λογοτεχνία. Ωστόσο, έχουμε τώρα την ευκαιρία να γνωρίσουμε εσάς, και βεβαίως γνωρίζουμε επίσης ότι πρόσφατα ο μεγάλος Βενεζουελανός ποιητής Ραφαέλ Καδένας έλαβε το μεγάλου κύρους βραβείο Θερβάντες. Ποια είναι η σχέση σας με τον Ραφαέλ Καδένας και ποιους άλλους Βενεζουελανούς συγγραφείς θα μας προτείνατε;

Το 1972 έγραψα το πρώτο βιβλίο που κυκλοφόρησε ποτέ για τον Καδένας˙ αρκετά χρόνια μετά, έγραψα τον πρόλογο σε μια μεξικανική έκδοση του έργου του. Θαυμάζω πολύ την ποίησή του. Επίσης αγαπώ το έργο ενός πολύ ιδιαίτερου Βενεζουελανού μοναχού του 18ου αιώνα: του αδελφού Χουάν Αντόνιο Ναβαρέτε. Αφιέρωσε τη ζωή του στη συγγραφή σύντομων εισαγωγών στο έργο άλλων συγγραφέων, στη συγγραφή λεξικών, στον στοχασμό γύρω από τα πιο αφηρημένα ζητήματα αλλά και τα πιο καθημερινά. Ενας μανιώδης συγγραφέας.

Υπήρξε επίσης κι ένας συγγραφέας του 20ού αιώνα που υπέγραφε τα έργα του με διαφορετικά ονόματα, ποτέ με το δικό του: ο Ραφαέλ Μπολίβαρ Κορονάδο. Την ίδια εποχή εμφανίζονται τα τολμηρά αλλά και εμβριθή και γοητευτικά μυθιστορήματα της Τερέσα ντε λα Πάρα. Το κριτικό έργο του Χεσούς Σέμπρουμ. Εχουμε και μια ιδιοφυΐα που ονομαζόταν Χοσέ Αντόνιο Ράμος Σούκρε (σύγχρονος του Καρυωτάκη)˙ λόγιος, πολύγλωσσος, δημιουργός ενός συγγραφικού έργου εντυπωσιακού και τραγικού. Ο Γκιγιέρμο Μενέσες δημιουργεί έργα μεγάλης τόλμης. Ο Γκιγιέρμο Σούκρε, ποιητής και οξύνους κριτικός. Σήμερα υπάρχει επίσης ένας μεγάλος αριθμός πεζογράφων και δοκιμιογράφων υψηλής αξίας.

● Νομίζω ότι το γεγονός πως ο Χούλιο Κορτάσαρ έχει επαινέσει εσάς και το συγκεκριμένο βιβλίο σας δεν είναι καθόλου τυχαίο˙ διαβάζοντάς το κανείς δεν είναι δυνατόν να μην παρατηρήσει τις πολλές ομοιότητές του με το «Κουτσό»˙ γνωρίζατε τον Κορτάσαρ;

Βρέθηκα μαζί του κάποιο πρωινό στο Καράκας, είχαμε παγιδευτεί από μια ξαφνική βροχή και μια τεράστια «ουρά» αυτοκινήτων, η οποία κινούνταν πολύ αργά. Εκμεταλλεύθηκα την ευκαιρία και του επισήμανα ότι η κατάστασή μας θύμιζε κάποιο διήγημά του. Μια όμορφη φίλη, η Μίριαμ Μπερισμπέιτια, του έδωσε, χωρίς να μου το πει, την πρώτη έκδοση του «Εφτακόσιοι φοίνικες». Αυτή υπήρξε η αφορμή της σπουδαίας επιστολής του Κορτάσαρ για το βιβλίο. Την κράτησα σαν φυλαχτό για πολλά χρόνια, μέχρι που έδωσα στο Παπικό Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα την άδεια να τη δημοσιεύσει. Σ’ ευχαριστώ πολύ που συνδέεις το «Κουτσό» με τους «Εφτακόσιους φοίνικες». Ποτέ δεν το είχα σκεφτεί έτσι. Επίτρεψέ μου να σου εξομολογηθώ ότι, όπως λέει και ο Ματίς, ποτέ μου δεν φοβήθηκα τις επιρροές. Γι’ αυτό και τις δέχομαι όλες ή καμιά τους. Με συγκινεί όταν κάποιος εντοπίζει ομοιότητες, ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, αυτό είναι αποκλειστικά και μόνο υπόθεση του αναγνώστη, ανάλογα με τις φάσεις από τις οποίες διέρχεται.

1. Ο Μπάλσα προτιμά να χαρακτηρίζει τα λογοτεχνικά του κείμενα, διηγήματα ή μυθιστορήματα, ως αφηγηματικές ασκήσεις (ejercicios narrativos)

Σχολιάστε